
Δύσκολη μέρα η Δεύτερη. Ξύπνησα, και μετά από λίγα λεπτά στο κρεβάτι, αποφάσισα να μην παραδώσω το δωμάτιο, και συνεπώς, να μην ψάξω καλύτερο «ξενοδοχείο». Στην πράξη αυτό είχε αποφασιστεί το προηγούμενο βράδυ όταν έβαλα το ξυπνητήρι να χτυπήσει 8:50 όταν η ώρα παράδοσης ήταν 9:00. Με την σειρά του, αυτό το είχε αποφασίσει η βαρεμάρα μου να ψάχνομαι, για το που θα πάω, η οποία υπερίσχυσε της επιθυμίας μου να βρω κάτι καλύτερο.
Η πόλη είναι ενδιαφέρουσα, πιο ενδιαφέρουσα απ’ ότι περίμενα το προηγούμενο βράδυ. Ωραία βλάστηση και πέτρινοι σχηματισμοί, και όταν τελικά άνοιξα την πόρτα για να πάω να φάω πρωινό, αντιμέτωπος με το τοπίο, τους τεράστιους ναούς, τους πιθήκους που είναι παντού σε συνδυασμό με ένα μπολ Κορν Φλέϊκς, η διάθεση μου έφτιαξε.Όταν το δεύτερο αυτό βράδυ έφτασα στο «ενοικιαζόμενο» μου έγινε διακοπή ρεύματος. Την προηγούμενη μέρα είχε γίνει όταν έκανα μπάνιο, και βγήκα ψάχνοντας την πετσέτα ώστε να τους ζητήσω να μου δώσουν κεράκι. Απ’ ότι έμαθα, σε κάποια blocks του χωριού (έπεσα ο βλάκας σε ένα από αυτά) σβήνουν το ρεύμα για καμία ώρα κάθε βράδυ για εξοικονόμηση ενέργειας. Μη θέλοντας να μείνω στο σκοτάδι χωρίς να μπορώ να κάνω πάλι τίποτα αυτή την φορά , επέλεξα να βγω έξω - τουλάχιστον να περπατήσω. Μετά από λίγα βήματα, στα δίχως φωτισμό σοκάκια, θυμήθηκα ότι πρέπει να βγάλω τον φακό από την τσέπη, για να μην…
Υπάρχει ένα ρητό που λέει «όποιος την νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί». Εγώ πάτησα το δεύτερο σε έκδοση αγελάδας, μιας και ως γνωστόν οι αγελάδες σε αυτούς τους δρόμους είναι σαν τον μύθο ένα πράγμα. Παντού υπάρχει μια. Τελικά σήμερα διαπίστωσα ότι πρέπει να βιαστώ να συνεχίσω το ταξίδι μου. Κρίμα, και πάνω που είχα αποφασίσει να κάτσω 3-4 μέρες ακόμα εδώ…