
Σήμερα υποτίθεται ότι θα έκανα επιτέλους επίσκεψη στα αρχαία, όμως για άλλη μια φορά προτίμησα το μυστήριο, του να είμαι εδώ που είμαι, και να μην έχω δει τίποτα. Μ’ αρέσει να αφήνω περιθώρια στη φαντασία. Η μέρα ξεκίνησε με ένα μεσημεριανό, ύστερα από το οποίο άραξα στο εστιατόριο -δίχως τύψεις που κάθομαι άπραγος- και κοιτούσα τις φτιαγμένες από ασημόχαρτο χρωματιστές σημαιούλες τις οποίες κουνούσε ο αέρας. Σύντομα διαπίστωσα πως με έχουν μαγέψει. Δουλεύουν σαν τα visualizer του winamp, με φόντο την ινδική μουσική που επέλεξε ο ιδιοκτήτης και για λίγα λεπτά χάθηκα σε ένα άλλο μέρος, ένα μαγικό μακρινό μέρος, στο οποίο απλά αράζεις χωρίς να σε νοιάζει αν θα κάνεις τίποτα, ή αν θα λερώσεις το παντελόνι σου (πόσο μάλλον τα παπούτσια σου). Και εκεί ήταν που άρχισα να αναρωτιέμαι: Έριξε τίποτα στο φαγητό μου ο μάγειρας; Και μόνο για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι όλα ήταν κούλ, ζήτησα τον λογαριασμό και έφυγα. Το μέρος φυσικά ήταν η Ινδία, στην οποία ομολογουμένως, δεν έχω πάει ακόμα. Ακόμα είμαι στην Φωτούπολη.

Πριν φύγω όμως, πρόλαβαν στο μυαλό μου να δημιουργηθούν κάποιες σκέψεις τις οποίες θα ήθελα να μοιραστώ:

«Λες για αυτό να υπάρχουν αυτές οι κιτς σημαιούλες; Λες πραγματικά να την ακούει έτσι ο κόσμος όταν τα βλέπει, όπως την άκουσα και εγώ; Λες τελικά να ήμουν μόνο εγώ που δεν μπορούσα ως τώρα να δω την ομορφιά σε αυτά τα τόσο πρωτόγονα εφέ; Για να ονομάζονται πρωτόγονα όμως, λογικά ο κόσμος τα θεωρεί ξεπερασμένα. Τότε λες να υπάρχει μια τάξη ανθρώπων, που ακόμα την ακούει με αυτά τα «κλασσικά» εφέ; Ξαφνικά, ένιωθα να ανήκω σε μια special κάστα, αυτή των «την ακούω με τις γιρλάντες»! Γιούπι!!! Αυτό που εκκρεμεί είναι να δω αν υπάρχουν και άλλα πράγματα που μπορεί να σε κάνει να απολαμβάνεις αυτή η νέα διευρυμένη συνείδηση. Ίσως κλακέτες; Σερπαντίνες; Πράσινα φώτα μεσ’ τις γλάστρες; Πούλιες; Δισκόμπαλες; Μίνι Σιντριβανάκια; Μπαλόνια;