Όπως μου είπε και ένας ηλικιωμένος «We think non-vegs as criminal minds». Και δεν είναι; Αν το σκεφτεί κανείς λίγο, με λίγη δόση βιολογίας, φιλοσοφίας και αυτοκριτικής, θα διαπιστώσει, ότι το να κλέβεις «την ζωή» και την «συσσωρευμένη προσπάθεια» του άλλου, είναι πλεονεξία, κλοπή άρα και έγκλημα. Δεν είναι κάτι που σου δόθηκε, όπως ό ήλιος, αλλά κάτι που από την υπέρμετρη σου επιθυμία να αύξησης την κυριαρχία που έχεις πάνω στα στοιχεία που ονομάζονται σώμα, φτάνεις στο σημείο να καταπατήσεις την επιθυμία κάποιου τρίτου, να του τερματίσεις την πορεία -εκτός και αν πιστεύεις στην μετεμψύχωση- και να του κλέψεις όλο τον θησαυρό που με τον ιδρώτα του έχτισε (την μπάκα δηλαδή).
Με την λογική αυτή όμως, δεν θα έπρεπε να τρώει κανείς ούτε φυτά, γιατί, και αυτά συσσωρεύουν ύλη/ενέργεια πάνω τους. Τότε τι μένει να τρώει κανείς; Ακόμα και ο αέρας, που αναπνέει κανείς είναι κλοπή των στοιχείων και καταπάτηση του δικαιώματος τους να είναι αυτό που κατέκτησαν, με άλλα λόγια, εξανάγκασες το οξυγόνο να γίνει διοξείδιο του άνθρακα, κάτι το οποίο δεν ήθελε. Η μήπως ήθελε; Φυσικά το πρόβλημα περιπλέκεται και ο καθένας δίνει την απάντηση του με το να ορίζει ως όριο κάτι το διαφορετικό. Ο Παρασκευάς τα τρώει όλα. Ο Ρόμπι δεν τρώει ανθρωπόμορφα πλάσματα, ο Arthur Dent δυσκολεύεται να φάει κάτι που μιλάει. Για άλλον αρκεί το θύμα να έχει αντίληψη φόβου ή σχηματισμένο νευρικό σύστημα. Κάποιοι δεν τρώνε ούτε ραπανάκια, άλλοι τρώνε μόνο φρούτα, τα οποία «είναι φτιαγμένα για να φαγωθούν και να προωθήσουν την αναπαραγωγή του δέντρο, άσε που όταν τα τρως το δέντρο δεν πεθαίνει» (πού να χαν δει την φρουτοπία, θα τους είχε μαραζώσει ο οισοφάγος από την φρίκη). Στον βουδισμό υπάρχει ένα διακριτό σημείο της εξέλιξης του σώματος/αυγού πέρα από το οποίο το πνεύμα κατέρχεται και μπαίνει μέσα, οπότε από την στιγμή αυτή και μετά είναι θεωρείτε ότι είναι ζωντανό. Μέχρι τότε, είναι κούφιο. Ευτυχώς όμως εμείς τα τρώμε όλα και μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως και μας θα μας φάνε τα σκουλήκια οπότε και τίποτα δεν κλέψαμε. Δανεισμός ονομάζεται.
Τελικά ούτε η μηχανή τους έσβησε, ούτε λάστιχο έσκασε όπως στον ταξιτζή που με πήγαινε να πάρω το τραίνο (το οποίο και είχα χάσει πριν μια μέρα), ούτε τίποτα, παρά μόνο έφτασα στην περιοχή που πήγαινα, και η οποία θύμιζε ένα κακέκτυπο του φαληρακίου. Τελικά στο ξενοδοχείο που στόχευα αρχικά δεν είχε δωμάτια, και μετά από λίγο μέσα σε ένα στενάκι, βρήκαμε ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Πλήρωσα, πήρε τα λεφτά του το παιδί, κανόνισε σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνω τα της προμήθειας του (αυτό έλειπε), και παρέλαβε και μια business card του διαμερίσματούχου, με τον οποίο προφανώς δεν είχε ξανασυνεργαστεί. Σε δεύτερη σκέψη, μάλλον ήταν πρωτάρης, και στην τελική στην χειραψία πάνω, φάνηκε και καλό παιδί. Τις επόμενες μέρες συνειδητοποίησα, ότι και αυτός μου την έφερε: Η διαδρομή δεν ήταν πάνω από 60 ρουπίες και είμαι σίγουρος ότι η προμήθεια ήταν αρκετά. Φυσικά αυτό είχε γίνει συνήθεια πια στην Ινδία, να μου την φέρνουν that is.