Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Veg or non-Veg? Ταξίδι προς το Hampi II


Όπως μου είπε και ένας ηλικιωμένος «We think non-vegs as criminal minds». Και δεν είναι; Αν το σκεφτεί κανείς λίγο, με λίγη δόση βιολογίας, φιλοσοφίας και αυτοκριτικής, θα διαπιστώσει, ότι το να κλέβεις «την ζωή» και την «συσσωρευμένη προσπάθεια» του άλλου, είναι πλεονεξία, κλοπή άρα και έγκλημα. Δεν είναι κάτι που σου δόθηκε, όπως ό ήλιος, αλλά κάτι που από την υπέρμετρη σου επιθυμία να αύξησης την κυριαρχία που έχεις πάνω στα στοιχεία που ονομάζονται σώμα, φτάνεις στο σημείο να καταπατήσεις την επιθυμία κάποιου τρίτου, να του τερματίσεις την πορεία -εκτός και αν πιστεύεις στην μετεμψύχωση- και να του κλέψεις όλο τον θησαυρό που με τον ιδρώτα του έχτισε (την μπάκα δηλαδή).
Με την λογική αυτή όμως, δεν θα έπρεπε να τρώει κανείς ούτε φυτά, γιατί, και αυτά συσσωρεύουν ύλη/ενέργεια πάνω τους. Τότε τι μένει να τρώει κανείς; Ακόμα και ο αέρας, που αναπνέει κανείς είναι κλοπή των στοιχείων και καταπάτηση του δικαιώματος τους να είναι αυτό που κατέκτησαν, με άλλα λόγια, εξανάγκασες το οξυγόνο να γίνει διοξείδιο του άνθρακα, κάτι το οποίο δεν ήθελε. Η μήπως ήθελε; Φυσικά το πρόβλημα περιπλέκεται και ο καθένας δίνει την απάντηση του με το να ορίζει ως όριο κάτι το διαφορετικό. Ο Παρασκευάς τα τρώει όλα. Ο Ρόμπι δεν τρώει ανθρωπόμορφα πλάσματα, ο Arthur Dent δυσκολεύεται να φάει κάτι που μιλάει. Για άλλον αρκεί το θύμα να έχει αντίληψη φόβου ή σχηματισμένο νευρικό σύστημα. Κάποιοι δεν τρώνε ούτε ραπανάκια, άλλοι τρώνε μόνο φρούτα, τα οποία «είναι φτιαγμένα για να φαγωθούν και να προωθήσουν την αναπαραγωγή του δέντρο, άσε που όταν τα τρως το δέντρο δεν πεθαίνει» (πού να χαν δει την φρουτοπία, θα τους είχε μαραζώσει ο οισοφάγος από την φρίκη). Στον βουδισμό υπάρχει ένα διακριτό σημείο της εξέλιξης του σώματος/αυγού πέρα από το οποίο το πνεύμα κατέρχεται και μπαίνει μέσα, οπότε από την στιγμή αυτή και μετά είναι θεωρείτε ότι είναι ζωντανό. Μέχρι τότε, είναι κούφιο. Ευτυχώς όμως εμείς τα τρώμε όλα και μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως και μας θα μας φάνε τα σκουλήκια οπότε και τίποτα δεν κλέψαμε. Δανεισμός ονομάζεται.
Τελικά, ο κόσμος μου έβγαλε την πίστη. Έκλεισε ο λαιμός μου από το να μιλάω. Ίσως και να ήταν απλά η κούραση. Τα παιδάκια μου ζητούσαν δώρα, οι υπόλοιποι λεφτά και φωτογραφίες. Φτάνοντας στον σταθμό, είχε πλέον νυχτώσει και δεν ήξερα αν έπρεπε να κινηθώ προς τον τελικό προορισμό το Χάμπι, αλλά επέλεξα να προσπαθήσω να δω αν υπάρχει λεωφορείο τέτοια ώρα, και αν υπάρχει να το ρισκάρω και να πάω. Καθώς βγήκα από τον σταθμό με άρπαξε ένα «παιδί» στα 17-18 του υποθέτω. «Πάς στο Hampi;» με ρωτα. «Ναι, ποσα θες;» του απαντώ. 200 μου λέει αλλά του λέω, πολλά είναι. Λέει, 20 για τον σταθμό του λεωφορείου. Του λέω μέσα. Στην διαδρομή μου ξεφουρνίζει το πρώτο. «Έκλεισε ο σταθμός του λεωφορείου. Με 150 σε πάω στο Χάμπι». Δεν ήθελα να ταλαιπωρηθώ και άλλο και συμφώνησα. Σιγά σιγά όμως, άρχισα να το ξανασκέφτομαι. Στο μηχανάκι του πάνω, είχε χωρέσει και έναν φίλο του. Χμμ, δυο. Τυπικό line-up για να σου την πέσουν στην ερημιά. Θα πηγαίναμε 12 χιλιόμετρα έξω από την «πόλη» αυτή. Του λέω σταμάτα μια να δούμε στον σταθμό τι παίζει, και αν δεν έχει τίποτα, συνεχίζουμε. Επαναλαμβάνει ότι έχει κλείσει και δεν τον πιέζω άλλο. Δεν λέει να εκνευρίσεις τον δολοφόνο! Και ξαφνικά, βγαίνουμε από την πόλη, περνάμε την περιοχή με τα πολλά φώτα κτλ, και βγαίνουμε στην ερημιά. Κάνει κρύο, φοράω κοντομάνικο, και το τρίκυκλο (οτορίκσο) μπάζει από παντού εκτός από πάνω που έχει μια σκεπή. Στο βάθος βλέπω φώτα, όμως αντί να πάρουμε την διακλάδωση προς το φωτεινό μέρος, ακολουθούμε την άλλη, αυτή που δεν έχει ούτε ένα φως στον ορίζονται. «Θα είναι χαντάκι που θα με πετάξουν; Καλύβα στην οποία θα με κλειδώσουν;». Σιγά σιγά, βγάζω το τελευταίο 500αρίκο και το βάζω στην κάλτσα μέσα. Ίσως να μην το δούνε, ίσος το δουν να εξέχει και τότε θα πάρουν είδηση και το τσαντάκι στην γάμπα που έχει μέσα τα ευρώ.
Όταν σε μια φάση άλλαξαν θέση, μου πέρασε και η τελευταία σκέψη πως επειδή το παιδί δεν έχει ακόμα την τεχνική να προσποιηθεί ότι χάλασε η μηχανή, το παραδίδει στον καπάτσο φίλο του, για να προσδώσει τον κατάλληλο ρεαλισμό. Αν μη τι άλλο, θα μου κάνουν μια ρεαλιστική παράσταση ότι χάλασε το τρίκυκλο. Στην ανηφόρα που ζοριζόταν ήμουν σίγουρος πως, «να, εδώ θα μου πούνε ότι τα ‘φτυσε το μηχανάκι» και μετά θα έρθει και καλά ένας φίλος να βοηθήσει, και 3 μαζί θα με αρπάξουν και θα με γδύσουν από τα πάντα. 
Τελικά ούτε η μηχανή τους έσβησε, ούτε λάστιχο έσκασε όπως στον ταξιτζή που με πήγαινε να πάρω το τραίνο (το οποίο και είχα χάσει πριν μια μέρα), ούτε τίποτα, παρά μόνο έφτασα στην περιοχή που πήγαινα, και η οποία θύμιζε ένα κακέκτυπο του φαληρακίου. Τελικά στο ξενοδοχείο που στόχευα αρχικά δεν είχε δωμάτια, και μετά από λίγο μέσα σε ένα στενάκι, βρήκαμε ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Πλήρωσα, πήρε τα λεφτά του το παιδί, κανόνισε σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνω τα της προμήθειας του (αυτό έλειπε), και παρέλαβε και μια business card του διαμερίσματούχου, με τον οποίο προφανώς δεν είχε ξανασυνεργαστεί. Σε δεύτερη σκέψη, μάλλον ήταν πρωτάρης, και στην τελική στην χειραψία πάνω, φάνηκε και καλό παιδί. Τις επόμενες μέρες συνειδητοποίησα, ότι και αυτός μου την έφερε: Η διαδρομή δεν ήταν πάνω από 60 ρουπίες και είμαι σίγουρος ότι η προμήθεια ήταν αρκετά. Φυσικά αυτό είχε γίνει συνήθεια πια στην Ινδία, να μου την φέρνουν that is.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου