Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010

Τέλος

Το ταξίδι τελείωσε. Για όποιον δεν κατάλαβε τι είχαμε εδώ, δεν υπάρχουν και πολλά να ειπωθούν. Το παρόν blog αποτελείται από επιλεγμένα ταξιδιωτικά σχόλια που κράτησα κατά το ταξίδι στην Ινδία τον Φλεβάρη του 2010, συνεχίζοντας την παράδοση του blog μου από την Κίνα (Ο Φώτης πάει Κίνα). Εκκρεμεί το ταξίδι στο Θιβέτ το οποίο δεν ένιωσα πως μπορώ να δημοσιεύσω το διάστημα εκείνο.  Τα περισσότερα από αυτά γράφτηκαν παρέα με τα κουνούπια της Ινδίας κατά την διάρκεια του ενός μήνα της παραμονής μου. Φυσικά υπήρξε μπόλικο κόψιμο και ράψιμο τις δυο ημέρες αυτές ώστε να το φέρω στην μορφή που έχει πλέον.
Ως παραδοσιακό μπλόνγκ, είναι γραμμένο από το τέλος προς την αρχή και κανείς θα πρέπει να ξεκινήσει διαβάζοντας από κάτω κάτω. Κάτι σαν τα Ιαπωνικά γράμματα: Ξεκινάς με το ζουμί και καταλήγεις με την εισαγωγή! Σε περίπτωση που βαριέστε να το διαβάσετε και θέλετε να μάθετε ποιό είναι το ρεζουμέ, το είπε κάποτε και ο Ιούλιος Καίσαρας Δημόκριτος Αστερίξ:

"ήλθον, είδον, ενίκησα απήλθον"

ΥΓ. κάπου έπρεπε να βάλουμε και την αναφορά στην Τζούλια.

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Holi

Η πρώτη μέρα που κατάφερα να φάω κάτι μετά την «ξαφνική μου ασθένεια», σήμερα, είναι η μέρα του festival Holi των Ινδών και αν και δεν είμαι απολύτως σίγουρος για το τι σημαίνει ξέρω πως την γιορτάζουν: Κάτι μεταξύ ορθόδοξης ανάστασης, καρναβάλιου, μπουγελώματος στο προαύλιο του σχολείου, και αυγοπόλεμου. Εξηγώ: Κρατάς μια σακούλα νερό η ένα νεροπίστολο στο ένα χέρι, και μια σακούλα βαφή αυγών σε rave χρώματα στο άλλο. Όποιος περνάει και δείξει πρόθυμος να συμμετάσχει, τον πλησιάζεις αργά, βουτάς το χέρι στην βαφή, του αλείφεις το πρόσωπο και στην συνέχεια τον πασπαλίζεις. Τον αγκαλιάζεις πρώτα με το κεφάλι στον αριστερό του ώμο, και μετά μια δεύτερη αγκαλιά στο δεξί ώμο. Θυμάσαι να μην ευχηθείς Χριστός ανέστη, αλλά Happy Holi και να μην φιλήσεις και σου μπει όλη η βαφή στο στόμα.
Αμέσως απομακρύνεσαι, και με το νεροπίστολο στοχεύεις αυτόν που είναι έξω από την έκταση του χεριού σου, ενώ σε περίπτωση που είναι από αυτές τις δειλές κότες που τρέχουν να ξεφύγουν, τον συγυρίζεις με ένα μπουγέλο χειροβομβίδα -αν έχεις- που σκάει από πίσω του και τον αφήνει να βλαστημάει που του κατέστρεψες το πουκάμισο. Και όχι τίποτα, ήταν 3 βήματα από την είσοδο. Ναι, κατά προτίμηση και το μπουγέλο με μπογιά παρακαλώ. Σε περίπτωση που δεν έχεις μπογιά, δεν πειράζει, απλά κατέβασε το νεροπίστολο χαμηλά και τράβα μια τζούρα από το κατάμαυρο νερό (το οποίο δεν είναι λασπόνερο, αλλά πέρα από οποιαδήποτε αμφιβολία περιλαμβάνει σκατά και ούρα ανθρώπου, όπως και χρωστικές ζωικής ακατέργαστης κοπριάς που του προσδίδουν αυτή την βαθιά και χαρακτηριστική απόχρωση).
Να σημειώσουμε βέβαια, πως η κίνηση σου αυτή, όσο διακριτική και να είναι, σηματοδοτεί την μετάβαση σου στην επαγγελματική κατηγορία, αφού πλέον οι κυρίως χαμογελαστοί άσπροι στόχοι αλλάζουν έκφραση και γίνονται πιο δύσκολοι να τους πετύχεις, ενώ αν τους πετύχεις, τότε αλλάζουν χρώμα προς το κόκκινο, και πλέον έρχονται κατά πάνω σου.
φυσικά ούτε αυτοί μπορούν να κάνουν τίποτα, γιατί η αστυνομία είναι δίπλα να επιβλέπει ότι το έθιμο τηρείται και το μπουγέλο διεξάγεται κανονικά. και αυτό 8:00 με 14:00, γιατί μόλις το ρολόι χτυπήσει 14:00 (καλά, 2 φορές θα χτυπήσει) αλλάζουν οι κανόνες: Τώρα όποιος τολμήσει να ενοχλήσει περαστικό, να μπουγελώσει, ή να πασπαλίσει (δεν ξέρω τις αγκαλιές πως τις αντιμετωπίζει) θα έχει να κάνει με το μακρύ μπαστούνι των αστυνομικών.
 Ούτε Γκουσγκούνιδες είναι, ούτε μοναχοί Σαολίν είναι: Το μπαστούνι δουλεύει σαν supersized γκλόμπ και σαν ρομποτικός μονοαρθρωτός βραχίωνας για μετακίνηση αντικειμένων. Άντε, ίσως σε καμία αλάνα και ως μπαστούνι του κρίκετ. Τώρα δεν ξέρω αν αυτό χρησιμοποιούν και όταν απομακρύνουν/αφοπλίζουν βόμβες, όμως κρίνοντας από το πλήθος των επιθέσεων που έχουν πετύχει το στόχο τους στην Ινδία, είναι πολύ πιθανό ενδεχόμενο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι με αυτό σπρώχνουν αντικείμενα που είναι πεταμένα στο πάτωμα ώστε να ανοίξουν πέρασμα - πράγματα όπως κούτες, ζητιάνους και μεθυσμένους.
Πίσω στο θέμα μας. Αφού το φεστιβάλ λήξει, ο κόσμος γυρνάει σπίτι και κανείς δεν εργάζεται για το υπόλοιπο της ημέρας, εκτός από ελάχιστους άθεους φραγκοφονιάδες, που όση ώρα οι άλλοι βουρτσίζουν το δέρμα τους μέχρι να ασπρίσει, μαυρίσει, η κοκκινίσει, οι πρώτοι μονοπωλούν μια πεινασμένη ορδή τουριστών. Και η Ινδία, έχει άπειρους τουρίστες. Όπως λένε, στην Ινδία θα βρεις τα Πάντα και ο κόσμος φαίνεται να το πιστεύει πολύ για να πηγαίνει ξανά και ξανά με αυτή την ελπίδα! Δυστυχώς, που να ήξεραν οι δύσμοιροι τουρίστες, ότι δεν θα βρουν τίποτα, αφού τα ελάχιστα εναπομείναντα Πάντα, είναι στην Κίνα, στην περιοχή του SiChuan και σε μερικούς ζωολογικούς κήπους ανά τον κόσμο.
Σε άλλες πιο προσωπικές ειδήσεις, σήμερα είμαι αρκετά καλύτερα, και αύριο και μεθαύριο θα πρέπει να συνδυάσω μια επίσκεψη σε μουσείο και μια επίσκεψη σε εμπορικά κέντρα και πολυκαταστήματα. Δεν θα ηρεμίσω αν δεν καταφέρω να δω την γκλάμουρους πλευρά της Ινδίας πριν φύγω. Νομίζω είμαι εθισμένος σε γυαλιστερές επιφάνειες.

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Αλλαγή σχεδίων & Φωτογραφίες

Αρρώστησα.
Ήλπιζα να μην με πετύχει τίποτα αυτό το διάστημα που είμαι στην Ινδία όμως δεν γλύτωσα. Στο 75% (πάνω στην εγκατάσταση των drivers δηλαδή) του ταξιδιού με χτύπησε, διάρροια, εμετός και πυρετός. Αν σκεφτεί κανείς τον κόπο που έκανα  για να βρω εισιτήριο για το haridwar, είναι πολύ κρίμα πολύ τώρα δεν μπορώ να πάω πουθενά. Απ’ την άλλη καλή είναι η ξεκούραση γιατί είχα ξεπατωθεί το τελευταίο διάστημα. Τώρα είμαι καλύτερα, αν και έχω ακόμα πυρετό, ενώ εδώ είναι που ένα ξενοδοχείο με τηλεόραση θα ήταν λύτρωση...
Τα παραλήρημα συνοδεύουν φωτογραφίες από το Angra Fort το οποίο είχα επισκεφθεί κατά την μονοήμερη μου εξόρμηση μου προς το Ταζ Μαχάλ!





Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Σκατά & Taj Mahal

Όταν χθες έφυγα από την βαβούρα της ευρύτερης περιοχής του Red Fort, είχα πρόθεση να παω στο «εκμοντερνισμένο» κέντρο της πόλης. Εκεί που θα βρω τα τεράστια malls, McDonalds, καφετέριες δυτικού τύπου, τράπεζες και χαρτογιακάδες να περπατάνε σε καλοκαθαρισμένους δρόμους ανάμεσα σε mercedes και περιστασιακά που και που καμία porsche. Τελικά τέτοιο κέντρο δεν βρήκα, και μάλλον δεν υπάρχει σε αυτή την πόλη των 20εκ. κατοίκων. Ναι μεν θα βρεις όλες τις φίρμες σε ένα κυκλικό δρόμο, δεν είναι όμως ουρανοξύστες όπως με καλόμαθε η Κίνα. Όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και το άνδρο των πιο διαβόητων απατεώνων της περιοχής.
Καθώς περπατούσα στο μέρος, υποψιασμένος για τα κόλπα τους, δήλωνα προκαταβολικά πως δεν έχω λεφτά σε κάθε επίδοξο φίλο. Κατάφερα και ξεφορτώθηκα 1-2 έτσι, ειδικά αφού δεν έδειχνα διατεθειμένος να τους ακολουθήσω στα εμπορικά κέντρα που με τραβούσαν, αλλά έπεσα σε μια άλλη παγίδα. Σε μια φάση ένας τυπάς με γυαλιστικά παπουτσιού επέμενε να καθαρίσει τα παπούτσια μου, κάτι το οποίο θεωρούσα γελοίο αφού τα παπουτσία μου είναι μονίμως βρώμικα (και δεν με πειράζει καθόλου).
Μια ματιά που έριξα για να επιβεβαιώσω το αυτονόητο, με βρήκε αντιμέτωπο με μια τεράστια σκατούλα πάνω στο παπούτσι ! Εντυπωσιακά μεγάλη, σκατένια σκατούλα, ανθρώπου, ινδικής δίαιτας. Όχι σκληρή, αλλά ρευστή και καλοαπλωμένη πάνω στο παπούτσι.  Ο τύπος επέμενε λέγοντας ότι θα βρωμάει κοκ, και πάνω στο μπούγιο, ήρθε και άλλος ένας, όμως το κόλπο το είχα διαβάσει στο απίστευτο lonely planet που στο ταξίδι αυτό έχει αποδειχθεί πιο χρήσιμο από το διαβατήριο μου. Αφού τους είπα ότι δεν έχω καθόλου λεφτά για να τους δώσω επιτέλους με άφησαν να ολοκληρώσω το καθάρισμα το οποίο είχα αρχίσει πάνω σε κάτι χόρτα που κατάφερα να βρω σε μια γωνιά.
Η υπόλοιπη διαδρομή συνεχίστηκε με την υποψία ότι όλοι οι ινδοί που τυχαίνει και περνάνε από το μέρος αυτό, ξέρουν το κόλπο, και το πρώτο πράγμα που βλέπουν σε έναν τουρίστα, πρέπει να είναι το παπούτσι του, για το αν το έχει πάθει (ή όχι ακόμα). Σίγουρα θα το διασκεδάζουν πολύ. Είναι αστείο πάντως, γιατί όταν το διάβασα, σκέφτηκα ότι το μοναδικό άτομο στο οποίο δεν πρόκειται να συμβεί αυτό, είμαι εγώ, αφού με τέτοιο βρώμικο παπούτσι ποιος θα καταφέρει να το λερώσει περισσότερο; Την υπόλοιπη μέρα, αυτό που μου έφαγε το μυαλό, είναι το πως καταφέρνουν και κουβαλάνε αρκετά σκατά για όλους τους τουρίστες μες’ το κέντρο της πόλης. Που τα κρύβουν; Πως τα κρατάνε και πως τα πετάνε όταν περάσεις από δίπλα τούς; Ακόμα δεν έχω λύσει το μυστήριο αυτό.
Την στιγμή αυτή κατευθύνομαι προς το Taj Mahal, που πιστεύω πως είναι ο προορισμός που θα μου δώσει ανοσία στην κριτική των άλλων, όταν γυρίσω πίσω χωρίς να έχω δει κάτι «ενδιαφέρον».

Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010

Κόκκινο φρούριο και Παλαιό Δελχί




Αυτή ήταν μια μέρα γεμάτη ενδιαφέρουσες καταστάσεις. Αφού ξύπνησα το πρωί στο απίστευτα μικρό δωμάτιο, σαφώς χαρούμενος για το εαυτό μου που δεν με είχε πιάσει κατάθλιψη, έκανα ένα σύντομο ντους με κρύο νερό και βγήκα για να πάω να κλείσω τα εισιτήρια του υπολειπόμενου ταξιδιού μου στην Ινδία. Λίγο αργότερα συνειδητοποίησα ότι με συμφέρει να αναθέσω την δουλειά αυτή στο προσωπικό του ξενοδοχείου, Άλλωστε το να γλυτώσω 3-4euro, και να χάσω μια μέρα, μάλλον θα ήταν ανόητο.
Τελικά όταν βγήκα από την πόρτα, πήρα το metro προς το παλιό Δελχί το οποίο και αυτό ήταν χαοτικό, όχι λιγότερο από την υπόλοιπη Ινδία που έχω δει. Αφού έφαγα το έκτο δυτικό γεύμα μου στα McDonalds (2 πίτσες, 2 KFC, 2 McDonalds ως τώρα) επισκέφθηκα το κόκκινο φρούριο, μια κατασκευή που σου έδινε μια γεύση της μουσουλμανικής Ινδίας.  Μια αίσθηση που αλλιώς δεν θα είχα αποκτήσει, αφού με την φασαρία που επικρατεί, μου είναι αδύνατον να χαλαρώσω, και να επιτρέψω να μπει μέσα αυτό που βλέπω. Ο δίωρος περίπατος μέσα στο φρούριο πάντως, ήταν ένα ήρεμο διάλειμμα, από την κατά τ’ άλλα παρανοϊκή Ινδία. 

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Έξοδος



Τελικά το «πνευματικό μέρος» του ταξιδιού τελείωσε χωρίς να το πάρω καν είδηση. Στο βρωμερό λεωφορείο, τα πρώτα δευτερόλεπτα –ομολογώ- έπιασα τον εαυτό μου να διασκεδάζει την βρώμα, πολυχρωμία και χαοτική απλότητα της Ινδιάνων. Στο background έπαιζε απίστευτα δυνατά, μια απαίσια κιτς μουσική. Στην περίπτωση μου όμως, αποτελούσε το ιδανικό soundtrack αυτής της extreme εμπειρίας. Το έκανε το θαύμα του ο sri Ramana Maharshi. Καθώς απομακρυνόμουν από το Arunachala όμως, άρχισε να αδυνατεί η επίδραση της χάρης του, και συγκεκριμένα στην πρώτη στροφή της διαδρομής, είχα χάσει τελείως το σήμα. Οι επόμενες ώρες φύγαν με τον κώλο μου να πονάει από το ελάχιστο χώρο που είχα, τα απίστευτα σκληρά καθίσματα και το βεβαρυμμένο ιστορικό με τόσες μέρες να τις έχω περάσει στην άβολη στάση… του λωτού.
Μετά από λίγο μπήκαν και άλλες σκέψεις, με πρώτη και καλύτερη «άραγε, θα μου δώσει ποτέ τα ρέστα ο εισπράκτορας;» «Να του τα ζητήσω τώρα; Να περιμένω;» Παράλληλα με τον κόσμο και να σχηματίζει πύργο πάνω από το κεφάλι μου, σύντομα άρχισα να αναρωτιέμαι πότε θα μου ζητήσουν να σηκωθώ για να κάτσει κάποιος άλλος.
Τελικά τα προβλήματα τα έλυσα όταν αποφάσισα να χαρίσω τα ρέστα στον εισπράκτορα, αν είναι να εξαγοράσω την ψυχική μου υγεία, ενώ το θέμα της θέσης λύθηκε όταν ένα γερόντι στριμώχθηκε μαζί μου στην ήδη μικροσκοπική μου θέση. Πλέον τουλάχιστον, δεν θα παραπονιούνται τα δυο κωλομέρια μου, αλλα μόνο το ένα.
Λίγο πριν φτάσουμε, με έπιασε μια ξαφνική επιθυμία να ρωτήσω τον εισπράκτορα πως μπορώ να πάω αεροδρόμιο. Ο τύπος γυρνάει και μου λέει, εδώ είναι το αεροδρόμιο. Επόμενη στάση. Σταματάνε για εμένα, κατεβαίνω, περπατάω κάπου 400m, και να σου ο Φώτης με ένα εισιτήριο για το Νέο Δελχί στο χέρι. Τώρα κάθομαι και περιμένω την πτήση μου.
Τέλος νοτίου Ινδίας για εμένα λοιπόν. Τώρα -και είμαι πολύ ευχαριστημένος για αυτό- έχω εξοικονομήσει μια ολόκληρη εβδομάδα για την βόρεια Ινδία, και αυτό σημαίνει ότι ίσως προλαβαίνω να πεταχτώ και μέχρι το Haridwar για το Kumba Mela. Φτάνοντας στο Δελχί έκλεισα και ένα ξενοδοχείο δίπλα στο τραίνο για το σήμερα, και αύριο θα δω αν μπορώ να φύγω προς τον Γάγγη. 

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Ζητιανιά

Ένα από τα μεγάλα θέματα την ημέρας, είναι η ζητιανιά. Με βεβαιότητα, μπορεί κανείς να πει, ότι στην Ινδία τα περισσότερα παιδιά, στον ελεύθερο τους χρόνο είναι ζητιανάκια. Δεν το κάνουν επαγγελματικά, τουλάχιστον ξεκινάνε ερασιτεχνικά. Στην αρχή ζητάνε, μπισκότα, στυλό, νομίσματα, τσίχλες, στην πράξη οτιδήποτε μπορούν να ....ζητήσουν. Ακόμα και να τα βγάλεις φωτογραφίες. Οι τουρίστες, αρκεί να μην είναι λεφτά, και τα υπόλοιπα, τα δίνουν, οπότε τα παιδιά αυτά έχουν φτάσει σε σημείο να ψάχνουν τις τσέπες σου για κρυμμένες σοκολάτες. Η τεχνική, η επιμονή και η σοβαρότητα, είναι ίδια με ενός ζητιάνου που σέβεται τον εαυτό του. Σοβαρό αλλά απλανές ύφος, και διάθεση να ζητάει μέχρι να ενδώσεις. 
Και τα παιδιά αυτά τα καταφέρνουν: Μπορεί να μην πάρουν νόμισμα, η μπισκότο (ποιος κουβαλάει μπισκότα άλλωστε;) αλλά κάτι θα βρουν. Από εμένα σήμερα απόσπασαν ένα χαρτομάντιλο.
Προφανώς αυτά που ζητάνε δεν τα χρειάζονται. Ούτε τα μπισκότα, ούτε τις τσίχλες, ούτε τα στυλό, ούτε τα νομίσματα ευρώ. Αυτά δεν τα αλλάζουν οι τράπεζες. Όμως το να ζητάω, είναι δωρεάν, και αν αποδίδει, είναι πολύ γλυκιά η αίσθηση. Το βλέπεις το μοντέλο πως πάει. 1-2 χρονάκια μετά, και τα ίδια παιδιά, θα σε κυνηγάνε να πάρουν τις 10ρουπίες που θα σε χρεώσουν μια φωτογραφία που αυτά σε έπρηξαν να τους πάρεις. Μίλησε κανείς για τον κινέζο με τους πελεκάνους;

Tiruvannamalai


Μετά από μια διαδρομή και μια διαμονή στο Chennai (στο ταξίδι αυτό ήταν κανόνας πως σε κάθε μέρος κάθομαι 3 μέρες) βρέθηκα στο Ramanasramam.
«Is your name Νίκος?»
Αυτό ήρθε και με ρώτησε μια κοπέλα που ήταν ελαφρώς στον κόσμο της (και όχι από αυτές που λόγο ομορφιάς τους το συγχωρείς). «No, but Im Greek to». Εκεί τελείωσε αυτή η επαφή, αφού μετά από λίγο ζήτησε να φύγει γιατί έχει ραντεβού… κάτι σχετικό με «τα φάρμακα» της είπε. Στην Ινδία όλα τα βλέπεις. Τρίτη μέρα πλέον και έχω σχεδόν εξοικειωθεί στην ιδέα ότι τρώω με τα χέρια, και αν θέλω να τα καθαρίσω, δεν τρέχω στον νιπτήρα, αλλά τα γλείφω. Μια κοπέλα από το Ισραήλ που γνώρισα, λέει πως είναι απίστευτα απελευθερωτική αίσθηση - Για μένα και την λωρίδα της γάζας όμως, θα χρειαστεί λίγο προσπάθεια ακόμα. «Φώτη, μην παίζεις με το φαγητό σου» φωνάζει η μαμά.
Ο χιουμορίστας μοναχός που μας σερβίρει, απολαμβάνει να πετάει τις σάλτσες με φόρα στο πιάτο σου το οποίο είναι κατασκευασμένο (μιας χρήσεως) από ραμμένα φύλλα. Έτσι και το παντελόνι σου μετέχει του γλεντιού. Με την ίδια ευχαρίστηση σου βάζει μια σταγόνα νερό όταν του λες, «λίγο νερό παρακαλώ.» Ή «λίγη καυτερή σως». Φυσικά αφού κάνει το κομμάτι του, και περπατήσει και 5 βήματα προς τον επόμενο, επιστρέφει και σου συμπληρώνει.
Μετά έρχεται ο Ινδός yoga-master που ετοιμάζει τις βαλίτσες του για την Ευρώπη και ο οποίος χαρακτηριστικά, όπως του είχε πει ο δάσκαλος του, μου δήλωσε «Η πρώτη φορά στην India είναι σαν την γέννα. Πονάει αλλά είναι ευχάριστο μετά». Δεν ξέρω οι επόμενες βέβαια πως είναι, αλλά δεν νομίζω να μην πονάνε.
Αύριο με περιμένει ένα ταξίδι προς ένα μέρος που δεν ξέρω πιο θα είναι. Μάλλον Chennai με βλέπω πάλι, θα δείξει. Μετά από εκεί, θα προσπαθήσω να φύγω το δυνατόν συντομότερο για Δελχί, ώστε να πάω και Rishikesh αν προλάβω.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010

Bangalore


(Το ταξίδι συνεχίστηκε με επίσκεψη στο Mysore ενώ μετά απ' αυτό κατευθύνθηκα στο Bangalore που θεωρείται η Silicon Valley της Ινδίας. Τα σκατά στον δρόμο βρωμούσαν το ίδιο όμως.)

[...]Σήμερα φρόντισα να πάω στο Ναό του Sri Ramakrishna, ελπίζοντας σε μια σπέσιαλ τελετή, ειδικά αφού ήταν και η ημέρα των γενεθλίων του. Αφού παρακολούθησα μέχρι το τέλος την τελετουργία, τα τραγούδια και την διάλεξη -που δεν κατάλαβα λέξη-, έφυγα σε μια κατάσταση ελαφρώς εξώκοσμη και θα έλεγα ότι κάτι κέρδισα. Περπάτησα λίγο έξω, ανάμεσα στα μηχανάκια και τα τρίκυκλα που δεν σταμάτησαν ποτέ να τρέχουν στους παρανοϊκούς δρόμους της πόλης, μέχρι που το αδιάκοπο τρυπάνισμα από τις κόρνες, κατάφερε και έσπασε την πέτρα και με επανέφερε. Μπροστά μου, ήταν ένα McDonalds, οπότε και σκέφτηκα , «ποιός καλύτερος τρόπος να τελειώσεις μια γεμάτη θρησκευτική κατάνυξη βραδιά, από ένα BigMac;»
Κάθε φορά που παω να μπω σε ένα δυτικού στυλ εστιατόριο σκέφτομαι την Σταθούλα και με πιάνουν mini-ενοχες. (Εννοείτε, αν είχες έρθει, δεν θα έτρωγα εκείνη την πίτσα. Ούτε εκείνα τα FKC, ούτε εκείνα τα McDonalds σήμερα). Όμως δες τι θα είχαμε χάσει:
Ινδία: Μοναδική χώρα στον κόσμο που το BigMac έχει άλλο όνομα. Αυθαίρετα το λέω ότι είναι η μόνη, αλλά αν ακόμα και οι Ιάπωνες το φωνάζουν Μπίνγκε Μάκε, έτσι πρέπει να ‘ναι. Πως θα ήταν άραγε αν στην Ελλάδα το φωνάζαμε Μεγαμάκ και στην κίνα DaMac;. Μετά τον Μαχάτμα Γκάντι, Μαχαγιάνα βουδισμό και τα Μαχαντέβας στην Ινδία τώρα έχουμε και το MahaMac. Yep.
ΜαχαΜάκ. Συγκεκριμένα, Μαχαμάκ Τσίκεν. Ως γνωστόν οι Ινδοί δεν τρώνε μοσχάρι. Από αυτούς οι μουσουλμάνοι (που είναι ένα μεγάλο ποσοστό) δεν τρώνε ούτε χοιρινό, οπότε περισσεύει μόνο ψάρι και κοτόπουλο για τα μενού των εστιατορίων. Έλα που από τους υπολειπόμενους οι μισοί είναι Vegs... Μαγαζιά όπως τα KFC και τα McDonalds, πρέπει να προσαρμοστούν για να επιβιώσουν. Δε μπαίνω στον κόπο να φανταστώ βέβαια τι θέση έχουν μαγαζιά όπως τα Friday’s.

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010

Hampi II









Grooooooooovy


Σήμερα υποτίθεται ότι θα έκανα επιτέλους επίσκεψη στα αρχαία, όμως για άλλη μια φορά προτίμησα το μυστήριο, του να είμαι εδώ που είμαι, και να μην έχω δει τίποτα. Μ’ αρέσει να αφήνω περιθώρια στη φαντασία. Η μέρα ξεκίνησε με ένα μεσημεριανό, ύστερα από το οποίο άραξα στο εστιατόριο -δίχως τύψεις που κάθομαι άπραγος- και κοιτούσα τις φτιαγμένες από ασημόχαρτο χρωματιστές σημαιούλες τις οποίες κουνούσε ο αέρας. Σύντομα διαπίστωσα πως με έχουν μαγέψει. Δουλεύουν σαν τα visualizer του winamp, με φόντο την ινδική μουσική που επέλεξε ο ιδιοκτήτης και για λίγα λεπτά χάθηκα σε ένα άλλο μέρος, ένα μαγικό μακρινό μέρος, στο οποίο απλά αράζεις χωρίς να σε νοιάζει αν θα κάνεις τίποτα, ή αν θα λερώσεις το παντελόνι σου (πόσο μάλλον τα παπούτσια σου). Και εκεί ήταν που άρχισα να αναρωτιέμαι: Έριξε τίποτα στο φαγητό μου ο μάγειρας; Και μόνο για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι όλα ήταν κούλ, ζήτησα τον λογαριασμό και έφυγα. Το μέρος φυσικά ήταν η Ινδία, στην οποία ομολογουμένως, δεν έχω πάει ακόμα. Ακόμα είμαι στην Φωτούπολη.
Πριν φύγω όμως, πρόλαβαν στο μυαλό μου να δημιουργηθούν κάποιες σκέψεις τις οποίες θα ήθελα να μοιραστώ:
«Λες για αυτό να υπάρχουν αυτές οι κιτς σημαιούλες; Λες πραγματικά να την ακούει έτσι ο κόσμος όταν τα βλέπει, όπως την άκουσα και εγώ; Λες τελικά να ήμουν μόνο εγώ που δεν μπορούσα ως τώρα να δω την ομορφιά σε αυτά τα τόσο πρωτόγονα εφέ; Για να ονομάζονται πρωτόγονα όμως, λογικά ο κόσμος τα θεωρεί ξεπερασμένα. Τότε λες να υπάρχει μια τάξη ανθρώπων, που ακόμα την ακούει με αυτά τα «κλασσικά» εφέ; Ξαφνικά, ένιωθα να ανήκω σε μια special κάστα, αυτή των «την ακούω με τις γιρλάντες»! Γιούπι!!! Αυτό που εκκρεμεί είναι να δω αν υπάρχουν και άλλα πράγματα που μπορεί να σε κάνει να απολαμβάνεις αυτή η νέα διευρυμένη συνείδηση. Ίσως κλακέτες; Σερπαντίνες; Πράσινα φώτα μεσ’ τις γλάστρες; Πούλιες; Δισκόμπαλες; Μίνι Σιντριβανάκια; Μπαλόνια;

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Hampi I


Δύσκολη μέρα η Δεύτερη. Ξύπνησα, και μετά από λίγα λεπτά στο κρεβάτι, αποφάσισα να μην παραδώσω το δωμάτιο, και συνεπώς, να μην ψάξω καλύτερο «ξενοδοχείο». Στην πράξη αυτό είχε αποφασιστεί το προηγούμενο βράδυ όταν έβαλα το ξυπνητήρι να χτυπήσει 8:50 όταν η ώρα παράδοσης ήταν 9:00. Με την σειρά του, αυτό το είχε αποφασίσει η βαρεμάρα μου να ψάχνομαι, για το που θα πάω, η οποία υπερίσχυσε της επιθυμίας μου να βρω κάτι καλύτερο.
Η πόλη είναι ενδιαφέρουσα, πιο ενδιαφέρουσα απ’ ότι περίμενα το προηγούμενο βράδυ. Ωραία βλάστηση και πέτρινοι σχηματισμοί, και όταν τελικά άνοιξα την πόρτα για να πάω να φάω πρωινό, αντιμέτωπος με το τοπίο, τους τεράστιους ναούς, τους πιθήκους που είναι παντού σε συνδυασμό με ένα μπολ Κορν Φλέϊκς, η διάθεση μου έφτιαξε.
Όταν το δεύτερο αυτό βράδυ έφτασα στο «ενοικιαζόμενο» μου έγινε διακοπή ρεύματος. Την προηγούμενη μέρα είχε γίνει όταν έκανα μπάνιο, και βγήκα ψάχνοντας την πετσέτα ώστε να τους ζητήσω να μου δώσουν κεράκι. Απ’ ότι έμαθα, σε κάποια blocks του χωριού (έπεσα ο βλάκας σε ένα από αυτά) σβήνουν το ρεύμα για καμία ώρα κάθε βράδυ για εξοικονόμηση ενέργειας. Μη θέλοντας να μείνω στο σκοτάδι χωρίς να μπορώ να κάνω πάλι τίποτα αυτή την φορά , επέλεξα να βγω έξω - τουλάχιστον να περπατήσω. Μετά από λίγα βήματα, στα δίχως φωτισμό σοκάκια, θυμήθηκα ότι πρέπει να βγάλω τον φακό από την τσέπη, για να μην…
Υπάρχει ένα ρητό που λέει «όποιος την νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί». Εγώ πάτησα το δεύτερο σε έκδοση αγελάδας, μιας και ως γνωστόν οι αγελάδες σε αυτούς τους δρόμους είναι σαν τον μύθο ένα πράγμα. Παντού υπάρχει μια. Τελικά σήμερα διαπίστωσα ότι πρέπει να βιαστώ να συνεχίσω το ταξίδι μου. Κρίμα, και πάνω που είχα αποφασίσει να κάτσω 3-4 μέρες ακόμα εδώ…

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Veg or non-Veg? Ταξίδι προς το Hampi II


Όπως μου είπε και ένας ηλικιωμένος «We think non-vegs as criminal minds». Και δεν είναι; Αν το σκεφτεί κανείς λίγο, με λίγη δόση βιολογίας, φιλοσοφίας και αυτοκριτικής, θα διαπιστώσει, ότι το να κλέβεις «την ζωή» και την «συσσωρευμένη προσπάθεια» του άλλου, είναι πλεονεξία, κλοπή άρα και έγκλημα. Δεν είναι κάτι που σου δόθηκε, όπως ό ήλιος, αλλά κάτι που από την υπέρμετρη σου επιθυμία να αύξησης την κυριαρχία που έχεις πάνω στα στοιχεία που ονομάζονται σώμα, φτάνεις στο σημείο να καταπατήσεις την επιθυμία κάποιου τρίτου, να του τερματίσεις την πορεία -εκτός και αν πιστεύεις στην μετεμψύχωση- και να του κλέψεις όλο τον θησαυρό που με τον ιδρώτα του έχτισε (την μπάκα δηλαδή).
Με την λογική αυτή όμως, δεν θα έπρεπε να τρώει κανείς ούτε φυτά, γιατί, και αυτά συσσωρεύουν ύλη/ενέργεια πάνω τους. Τότε τι μένει να τρώει κανείς; Ακόμα και ο αέρας, που αναπνέει κανείς είναι κλοπή των στοιχείων και καταπάτηση του δικαιώματος τους να είναι αυτό που κατέκτησαν, με άλλα λόγια, εξανάγκασες το οξυγόνο να γίνει διοξείδιο του άνθρακα, κάτι το οποίο δεν ήθελε. Η μήπως ήθελε; Φυσικά το πρόβλημα περιπλέκεται και ο καθένας δίνει την απάντηση του με το να ορίζει ως όριο κάτι το διαφορετικό. Ο Παρασκευάς τα τρώει όλα. Ο Ρόμπι δεν τρώει ανθρωπόμορφα πλάσματα, ο Arthur Dent δυσκολεύεται να φάει κάτι που μιλάει. Για άλλον αρκεί το θύμα να έχει αντίληψη φόβου ή σχηματισμένο νευρικό σύστημα. Κάποιοι δεν τρώνε ούτε ραπανάκια, άλλοι τρώνε μόνο φρούτα, τα οποία «είναι φτιαγμένα για να φαγωθούν και να προωθήσουν την αναπαραγωγή του δέντρο, άσε που όταν τα τρως το δέντρο δεν πεθαίνει» (πού να χαν δει την φρουτοπία, θα τους είχε μαραζώσει ο οισοφάγος από την φρίκη). Στον βουδισμό υπάρχει ένα διακριτό σημείο της εξέλιξης του σώματος/αυγού πέρα από το οποίο το πνεύμα κατέρχεται και μπαίνει μέσα, οπότε από την στιγμή αυτή και μετά είναι θεωρείτε ότι είναι ζωντανό. Μέχρι τότε, είναι κούφιο. Ευτυχώς όμως εμείς τα τρώμε όλα και μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως και μας θα μας φάνε τα σκουλήκια οπότε και τίποτα δεν κλέψαμε. Δανεισμός ονομάζεται.
Τελικά, ο κόσμος μου έβγαλε την πίστη. Έκλεισε ο λαιμός μου από το να μιλάω. Ίσως και να ήταν απλά η κούραση. Τα παιδάκια μου ζητούσαν δώρα, οι υπόλοιποι λεφτά και φωτογραφίες. Φτάνοντας στον σταθμό, είχε πλέον νυχτώσει και δεν ήξερα αν έπρεπε να κινηθώ προς τον τελικό προορισμό το Χάμπι, αλλά επέλεξα να προσπαθήσω να δω αν υπάρχει λεωφορείο τέτοια ώρα, και αν υπάρχει να το ρισκάρω και να πάω. Καθώς βγήκα από τον σταθμό με άρπαξε ένα «παιδί» στα 17-18 του υποθέτω. «Πάς στο Hampi;» με ρωτα. «Ναι, ποσα θες;» του απαντώ. 200 μου λέει αλλά του λέω, πολλά είναι. Λέει, 20 για τον σταθμό του λεωφορείου. Του λέω μέσα. Στην διαδρομή μου ξεφουρνίζει το πρώτο. «Έκλεισε ο σταθμός του λεωφορείου. Με 150 σε πάω στο Χάμπι». Δεν ήθελα να ταλαιπωρηθώ και άλλο και συμφώνησα. Σιγά σιγά όμως, άρχισα να το ξανασκέφτομαι. Στο μηχανάκι του πάνω, είχε χωρέσει και έναν φίλο του. Χμμ, δυο. Τυπικό line-up για να σου την πέσουν στην ερημιά. Θα πηγαίναμε 12 χιλιόμετρα έξω από την «πόλη» αυτή. Του λέω σταμάτα μια να δούμε στον σταθμό τι παίζει, και αν δεν έχει τίποτα, συνεχίζουμε. Επαναλαμβάνει ότι έχει κλείσει και δεν τον πιέζω άλλο. Δεν λέει να εκνευρίσεις τον δολοφόνο! Και ξαφνικά, βγαίνουμε από την πόλη, περνάμε την περιοχή με τα πολλά φώτα κτλ, και βγαίνουμε στην ερημιά. Κάνει κρύο, φοράω κοντομάνικο, και το τρίκυκλο (οτορίκσο) μπάζει από παντού εκτός από πάνω που έχει μια σκεπή. Στο βάθος βλέπω φώτα, όμως αντί να πάρουμε την διακλάδωση προς το φωτεινό μέρος, ακολουθούμε την άλλη, αυτή που δεν έχει ούτε ένα φως στον ορίζονται. «Θα είναι χαντάκι που θα με πετάξουν; Καλύβα στην οποία θα με κλειδώσουν;». Σιγά σιγά, βγάζω το τελευταίο 500αρίκο και το βάζω στην κάλτσα μέσα. Ίσως να μην το δούνε, ίσος το δουν να εξέχει και τότε θα πάρουν είδηση και το τσαντάκι στην γάμπα που έχει μέσα τα ευρώ.
Όταν σε μια φάση άλλαξαν θέση, μου πέρασε και η τελευταία σκέψη πως επειδή το παιδί δεν έχει ακόμα την τεχνική να προσποιηθεί ότι χάλασε η μηχανή, το παραδίδει στον καπάτσο φίλο του, για να προσδώσει τον κατάλληλο ρεαλισμό. Αν μη τι άλλο, θα μου κάνουν μια ρεαλιστική παράσταση ότι χάλασε το τρίκυκλο. Στην ανηφόρα που ζοριζόταν ήμουν σίγουρος πως, «να, εδώ θα μου πούνε ότι τα ‘φτυσε το μηχανάκι» και μετά θα έρθει και καλά ένας φίλος να βοηθήσει, και 3 μαζί θα με αρπάξουν και θα με γδύσουν από τα πάντα. 
Τελικά ούτε η μηχανή τους έσβησε, ούτε λάστιχο έσκασε όπως στον ταξιτζή που με πήγαινε να πάρω το τραίνο (το οποίο και είχα χάσει πριν μια μέρα), ούτε τίποτα, παρά μόνο έφτασα στην περιοχή που πήγαινα, και η οποία θύμιζε ένα κακέκτυπο του φαληρακίου. Τελικά στο ξενοδοχείο που στόχευα αρχικά δεν είχε δωμάτια, και μετά από λίγο μέσα σε ένα στενάκι, βρήκαμε ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Πλήρωσα, πήρε τα λεφτά του το παιδί, κανόνισε σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνω τα της προμήθειας του (αυτό έλειπε), και παρέλαβε και μια business card του διαμερίσματούχου, με τον οποίο προφανώς δεν είχε ξανασυνεργαστεί. Σε δεύτερη σκέψη, μάλλον ήταν πρωτάρης, και στην τελική στην χειραψία πάνω, φάνηκε και καλό παιδί. Τις επόμενες μέρες συνειδητοποίησα, ότι και αυτός μου την έφερε: Η διαδρομή δεν ήταν πάνω από 60 ρουπίες και είμαι σίγουρος ότι η προμήθεια ήταν αρκετά. Φυσικά αυτό είχε γίνει συνήθεια πια στην Ινδία, να μου την φέρνουν that is.

Ταξίδι προς το Hampi


Ξεχνάω κάθε φορά πόσο απίστευτα βολικό είναι αυτό το πληκτρολόγιο. Δεν πάει να είναι το PDA αργό και περιορισμένων δυνατοτήτων: Και μόνο το γεγονός ότι μπορείς να γράψεις το ημερολόγιο σου, μετράει απίστευτα πολύ.
Αυτή την στιγμή, για άλλη μια φορά είμαι σε ένα σταθμό τραίνου. Hubli, αποδεδειγμένα, το πουθενά, μια πόλη (αν υπάρχει και τίποτα κρυμμένο πίσω από τον σταθμό) που απλά θα εξυπηρετήσει σαν άλλη μια στάση, προς το… κάπου. Πριν επιβιβαστώ, φρόντισα τελικά και έβγαλα ένα εισιτήριο για το Hospet με προορισμό το Χάμπι (Hampi) που απ’ ότι κατάλαβα, διαθέτει κάποια αξιοθέατα.
Ο πανικός ο χθεσινός (έχασα το τραίνο για το Aurangabad εξαιτίας του ταξιτζή και δεν άντεχα να ξαναγυρίσω στο Hostel όποτε έκλεισα ένα εισιτήριο για όπου να ναι), αντικαταστάθηκε από μια ανακούφιση όταν καθώς πήγαινα να επιβιβαστώ στο τραίνο, γνώρισα ένα παιδί του οποίου η πρώτη ερώτηση ήταν «ποίες είναι οι επιδόσεις σας στο σέξ;»
Από τις πρώτες κιόλας κουβέντες έμαθα ότι το πέος ενός χαρισματικού Ινδού, είναι 5 ίντσες (φυσικά αυτό κατρακυλάει τον μέσο Ινδό στην ομάδα «ένωσης του Λαγού»). Κι’ όμως σε αντίθεση με τον διαβόητο «Peter» της κίνας, του οποίου οι ερωτήσεις ήταν παρόμοιας φύσεως, η εντύπωση για το παιδί αυτό ήταν άκρως θετική. Η κουβέντα πάνω στο αντικείμενο, εξαντλήθηκε γρήγορα, και σύντομα πήγαμε σε άλλα θέματα από αυτά που συνήθως συζητάς στην αρχή. Στην ηλικία μου, οι περισσότεροι Ινδοί, έχουν παντρευτεί. Όπως λέει και ο ίδιος, αν μέχρι τα 27-28 δεν έχεις παντρευτεί, ήδη θεωρείσαι σκάρτος, και δεν πρόκειται να σε πλησιάσει καμία. Άουτς.
Λίγο παρακάτω στην διαδρομή, για καλή μου έκπληξη, εμφανίστηκαν 3 νεαροί Ινδοί που, αν εξαιρέσει κανείς μια λεπτομέρεια που τότε νόμιζα ότι ήταν το ελαφρώς σκούρο χρώμα του δέρματος, θα μπορούσε να είναι Έλληνες. Τα αστεία τους, Τα γέλια τους, η φάρσες, οι κουβέντες, η κίνηση και η εμφάνιση, ήταν σαν εμάς. Κι’ όμως δεν ήταν το χρώμα του δέρματος που έκανε την διαφορά, όπως στην αρχή νόμιζα. Αρκετή ώρα αργότερα διαπίστωσα πως η διαφορά, είναι το χρώμα στα χείλη, τις παλάμες, τα ούλα και γενικά εκεί που εμείς θα είχαμε κόκκινο, αυτοί έχουν... Μωβ! Εξαιρετικά ενδιαφέρον. Τελικά πιάσαμε τις κουβέντα, και εκεί πληροφορήθηκα ότι τα εν λόγω παιδιά, ήταν μεταλλάδες. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με αυτό που επικρατούσε στην Κίνα, όπου ακόμα και η Rock, δεν ήταν είδος ανεξάρτητο της Rock’n’Roll. Αυτό σίγουρα είναι ένδειξη της ελευθερίας στην διακίνηση της πληροφορίας.
Τις ώρες εκείνες, έμαθα πάρα πολλά πράγματα για τους Ινδούς, την νεολαία, κάτι το οποίο βοηθούσε και η κοινή γλώσσα. Αγγλικά. Σε αυτή την μεριά του κόσμου, έχει πιάσει για τα καλά ο σπόρος. Πολλοί μιλάνε αγγλικά μεταξύ τους, ενώ την διάλεκτο τους, μόνο με τους λίγους «συντοπίτες».
Ανάμεσα στα άλλα, και από τις κουβέντες και με άλλους, ήξερα πως σχεδόν οι μισοί Ινδοί, όχι μόνο δεν τρώνε το μοσχάρι που όλοι ξέρουμε, αλλά δεν τρώνε καθόλου κρέας .

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Βομβάη ΙΙ


Μια σύντομη ημέρα. Αφού ξύπνησα στις 12 το μεσημέρι, «παρασίτησα» σε ένα άλλο παιδί και στην συνέχεια κατεβήκαμε κέντρο. Το ως τώρα ταξίδι μου στην Βομβάη, ήταν απολύτως μη-τουριστικό, αφού δεν είδα τίποτα. Και σήμερα και χθες, τα μόνα «αξιοθέατα» που επισκέφθηκα ήταν το ταχυδρομείο, και ο σταθμός του τραίνου - και τα δυο μάλιστα, πολλαπλές φορές, κάνοντας με να απορώ για το τι πραγματικά υποδηλώνει αυτό. Μήπως θέλει να μου πει κανείς κάτι;
Το ινδικό φαγητό παραμένει οικείο, αν και το να τρώω με τα χέρια είναι σίγουρα μια πολύ διαφορετική εμπειρία. Αν μη τι άλλο πρέπει να το πω στον νουνό.
Στις μέχρι τώρα κοινωνικοανθρωπολογικές παρατηρήσεις, φαίνεται ότι για μερικούς είναι ένδειξη καλών τρόπων, τρώγοντας να λερώνεις μέχρι τις δεύτερες φάλαγγες των δαχτύλων, ενώ για άλλους πρέπει όλη η παλάμη σου να γεμίσει σάλτσες.
Η κουζίνα θυμίζει πιο πολύ Κορεατικό, απ’ ότι Ταϊλανδέζικο (όχι ότι θυμίζει το πρώτο). Παραξένως(;), το πιο κοντινό νομίζω είναι το αιθιοπικό φαγητό, τουλάχιστον στην χρήση του ψωμιού, και στην υπέρμετρη δόση του καυτερού.
Άλλες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις: Το αριστερό χέρι είναι για να σκουπίζεις τον κώλο σου, οπότε και ποτέ δεν το χρησιμοποιείς για να φάς, να δώσεις κάτι σε κάποιον άλλο ή οτιδήποτε τέτοιο, μιας και πιο πολύ θα σημαίνει «παρ’ τα αρχ..ια μου» παρά «παρ’ τα ρέστα σου»
Απίστευτη φασαρία πάντως. Λίγο να κάτσεις εδώ, σε κουράζει ο κόσμος. Ώρες ώρες δεν μπορώ να σκεφτώ πως θα είναι η άλλη όχθη της πόλης, αυτή που δεν έχω δει. Όχι αυτή της φτώχειας και της βρωμάς, αλλά εκείνη της καλοπέρασης, των ουρανοξυστών και της χλιδής. Δεν ξέρω, ίσως αυτή έβλεπα τόση ώρα και δεν το πήρα είδηση. Πάντως, είναι απίστευτα φτηνά. Το ταξί κάνει διαδρομές με 0,5euro, τρώω γεύμα με 1,2euro και αγοράζεις tabacco με 15λεπτά. Φυσικά όταν ταξιδεύεις μόνος, σου κοστίζει όσο θα κόστιζε σε 2-3 άτομα μαζί, αλλά τι να κάνεις;
Αύριο φεύγω για το Aurangabad με πρόθεση να επισκεφθώ τις Ellora Caves, και μετά επιστρέφω για να συνεχίσω από την Βομβάη προς τον νότο. Ίσως να έχω και άλλη μια ευκαιρία να την δω λίγα πράγματα ακόμα λοιπόν.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010

Η Αγελάδα, ο μορφασμός και η Ινδική Ιατρική


Ένα άλλο πράγμα που δεν έχω αποκωδικοποιήσει τελείως είναι, τι είναι αυτή η έκφραση σαν θλιμμένη αγελάδα που παίρνουν οι Ινδοί ενώ ταυτόχρονα κουνούν το κεφάλι αριστερά και δεξιά όπως τα σκυλάκια που αγόρασες από τους κινέζους και έχεις στήσει στο παρμπρίζ του Matiz σου; Το αριστερά δεξιά, σημαίνει «ναι». Είναι όπως το δικό μας, μπρός-πίσω, κάτι το οποίο στην Ινδία επίσης χρησιμοποιείται. Η Αγιουβέρδα (Ινδικό σύστημα ιατρικής και μακροζωίας), νωρίς φρόντισε -για την αποφυγή του αυχενικού συνδρόμου- και θέσπισε και τις δυο κινήσεις, η εναλλάξ χρήση των οποίων εγγυάται γερατειά χωρίς μουδιασμένα άνω άκρα.
L Ο μορφασμός όμως; Μέχρι χθες ήμουν σίγουρος ότι σήμαινε απογοήτευση, όπως ακριβώς και στην δική μας μεριά. Το τελευταίο παιδάκι όταν μου ζήτησε ένα 10ευρώ και του είπα ότι δεν μου περισσεύουν τόσα λεφτά, έτσι ακριβώς αντέδρασε. Κουνούσε το κεφάλι στον «Ναι, καταλαβαίνω, όμως με στεναχώρησες» ρυθμό.
Το ίδιο όμως και ο ταξιτζής σήμερα. Αφού τον πλήρωσα, τον ευχαρίστησα, με ευχαρίστησε και του ευχήθηκα καληνύχτα. Άρχισε τότε να κουνά μουτρωμένος το κεφάλι αριστερά δεξιά στο ρυθμό «τι; Δεν έχει φιλάκι για μένα σήμερα;».
Απ’ την άλλη, ίσως απλά να είναι μιμητισμός. «Γιατί είναι θλιμμένη η αγελάδα; Γιατί έχει άνδρα βόδι». Οι Ινδοί που έχουν και τα δυο, plus τα σκατά τους να γομώνουνε τις σόλες των παντοφλών τους, έχουν παραπάνω λόγους για να είναι θλιμμένοι-Δεν νομίζεις;(θα με συγχωρήσετε για την ωμή χρήση της λέξης «σκατά», αλλά μετά από το ταξίδι στην Ινδία, η λέξη, αποκτάει άλλη γεύση και υφή στο στόμα)