Αρρώστησα.
Ήλπιζα να μην με πετύχει τίποτα αυτό το διάστημα που είμαι στην Ινδία όμως δεν γλύτωσα. Στο 75% (πάνω στην εγκατάσταση των drivers δηλαδή) του ταξιδιού με χτύπησε, διάρροια, εμετός και πυρετός. Αν σκεφτεί κανείς τον κόπο που έκανα για να βρω εισιτήριο για το haridwar, είναι πολύ κρίμα πολύ τώρα δεν μπορώ να πάω πουθενά. Απ’ την άλλη καλή είναι η ξεκούραση γιατί είχα ξεπατωθεί το τελευταίο διάστημα. Τώρα είμαι καλύτερα, αν και έχω ακόμα πυρετό, ενώ εδώ είναι που ένα ξενοδοχείο με τηλεόραση θα ήταν λύτρωση...
Τα παραλήρημα συνοδεύουν φωτογραφίες από το Angra Fort το οποίο είχα επισκεφθεί κατά την μονοήμερη μου εξόρμηση μου προς το Ταζ Μαχάλ!
Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010
Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010
Σκατά & Taj Mahal
Όταν χθες έφυγα από την βαβούρα της ευρύτερης περιοχής του Red Fort, είχα πρόθεση να παω στο «εκμοντερνισμένο» κέντρο της πόλης. Εκεί που θα βρω τα τεράστια malls, McDonalds, καφετέριες δυτικού τύπου, τράπεζες και χαρτογιακάδες να περπατάνε σε καλοκαθαρισμένους δρόμους ανάμεσα σε mercedes και περιστασιακά που και που καμία porsche. Τελικά τέτοιο κέντρο δεν βρήκα, και μάλλον δεν υπάρχει σε αυτή την πόλη των 20εκ. κατοίκων. Ναι μεν θα βρεις όλες τις φίρμες σε ένα κυκλικό δρόμο, δεν είναι όμως ουρανοξύστες όπως με καλόμαθε η Κίνα. Όχι μόνο αυτό, αλλά είναι και το άνδρο των πιο διαβόητων απατεώνων της περιοχής.
Καθώς περπατούσα στο μέρος, υποψιασμένος για τα κόλπα τους, δήλωνα προκαταβολικά πως δεν έχω λεφτά σε κάθε επίδοξο φίλο. Κατάφερα και ξεφορτώθηκα 1-2 έτσι, ειδικά αφού δεν έδειχνα διατεθειμένος να τους ακολουθήσω στα εμπορικά κέντρα που με τραβούσαν, αλλά έπεσα σε μια άλλη παγίδα. Σε μια φάση ένας τυπάς με γυαλιστικά παπουτσιού επέμενε να καθαρίσει τα παπούτσια μου, κάτι το οποίο θεωρούσα γελοίο αφού τα παπουτσία μου είναι μονίμως βρώμικα (και δεν με πειράζει καθόλου).
Μια ματιά που έριξα για να επιβεβαιώσω το αυτονόητο, με βρήκε αντιμέτωπο με μια τεράστια σκατούλα πάνω στο παπούτσι ! Εντυπωσιακά μεγάλη, σκατένια σκατούλα, ανθρώπου, ινδικής δίαιτας. Όχι σκληρή, αλλά ρευστή και καλοαπλωμένη πάνω στο παπούτσι. Ο τύπος επέμενε λέγοντας ότι θα βρωμάει κοκ, και πάνω στο μπούγιο, ήρθε και άλλος ένας, όμως το κόλπο το είχα διαβάσει στο απίστευτο lonely planet που στο ταξίδι αυτό έχει αποδειχθεί πιο χρήσιμο από το διαβατήριο μου. Αφού τους είπα ότι δεν έχω καθόλου λεφτά για να τους δώσω επιτέλους με άφησαν να ολοκληρώσω το καθάρισμα το οποίο είχα αρχίσει πάνω σε κάτι χόρτα που κατάφερα να βρω σε μια γωνιά.
Την στιγμή αυτή κατευθύνομαι προς το Taj Mahal, που πιστεύω πως είναι ο προορισμός που θα μου δώσει ανοσία στην κριτική των άλλων, όταν γυρίσω πίσω χωρίς να έχω δει κάτι «ενδιαφέρον».
Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2010
Κόκκινο φρούριο και Παλαιό Δελχί
Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010
Έξοδος
Τελικά το «πνευματικό μέρος» του ταξιδιού τελείωσε χωρίς να το πάρω καν είδηση. Στο βρωμερό λεωφορείο, τα πρώτα δευτερόλεπτα –ομολογώ- έπιασα τον εαυτό μου να διασκεδάζει την βρώμα, πολυχρωμία και χαοτική απλότητα της Ινδιάνων. Στο background έπαιζε απίστευτα δυνατά, μια απαίσια κιτς μουσική. Στην περίπτωση μου όμως, αποτελούσε το ιδανικό soundtrack αυτής της extreme εμπειρίας. Το έκανε το θαύμα του ο sri Ramana Maharshi. Καθώς απομακρυνόμουν από το Arunachala όμως, άρχισε να αδυνατεί η επίδραση της χάρης του, και συγκεκριμένα στην πρώτη στροφή της διαδρομής, είχα χάσει τελείως το σήμα. Οι επόμενες ώρες φύγαν με τον κώλο μου να πονάει από το ελάχιστο χώρο που είχα, τα απίστευτα σκληρά καθίσματα και το βεβαρυμμένο ιστορικό με τόσες μέρες να τις έχω περάσει στην άβολη στάση… του λωτού.
Μετά από λίγο μπήκαν και άλλες σκέψεις, με πρώτη και καλύτερη «άραγε, θα μου δώσει ποτέ τα ρέστα ο εισπράκτορας;» «Να του τα ζητήσω τώρα; Να περιμένω;» Παράλληλα με τον κόσμο και να σχηματίζει πύργο πάνω από το κεφάλι μου, σύντομα άρχισα να αναρωτιέμαι πότε θα μου ζητήσουν να σηκωθώ για να κάτσει κάποιος άλλος.
Λίγο πριν φτάσουμε, με έπιασε μια ξαφνική επιθυμία να ρωτήσω τον εισπράκτορα πως μπορώ να πάω αεροδρόμιο. Ο τύπος γυρνάει και μου λέει, εδώ είναι το αεροδρόμιο. Επόμενη στάση. Σταματάνε για εμένα, κατεβαίνω, περπατάω κάπου 400m, και να σου ο Φώτης με ένα εισιτήριο για το Νέο Δελχί στο χέρι. Τώρα κάθομαι και περιμένω την πτήση μου.
Τέλος νοτίου Ινδίας για εμένα λοιπόν. Τώρα -και είμαι πολύ ευχαριστημένος για αυτό- έχω εξοικονομήσει μια ολόκληρη εβδομάδα για την βόρεια Ινδία, και αυτό σημαίνει ότι ίσως προλαβαίνω να πεταχτώ και μέχρι το Haridwar για το Kumba Mela. Φτάνοντας στο Δελχί έκλεισα και ένα ξενοδοχείο δίπλα στο τραίνο για το σήμερα, και αύριο θα δω αν μπορώ να φύγω προς τον Γάγγη.
Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010
Ζητιανιά
Ένα από τα μεγάλα θέματα την ημέρας, είναι η ζητιανιά. Με βεβαιότητα, μπορεί κανείς να πει, ότι στην Ινδία τα περισσότερα παιδιά, στον ελεύθερο τους χρόνο είναι ζητιανάκια. Δεν το κάνουν επαγγελματικά, τουλάχιστον ξεκινάνε ερασιτεχνικά. Στην αρχή ζητάνε, μπισκότα, στυλό, νομίσματα, τσίχλες, στην πράξη οτιδήποτε μπορούν να ....ζητήσουν. Ακόμα και να τα βγάλεις φωτογραφίες. Οι τουρίστες, αρκεί να μην είναι λεφτά, και τα υπόλοιπα, τα δίνουν, οπότε τα παιδιά αυτά έχουν φτάσει σε σημείο να ψάχνουν τις τσέπες σου για κρυμμένες σοκολάτες. Η τεχνική, η επιμονή και η σοβαρότητα, είναι ίδια με ενός ζητιάνου που σέβεται τον εαυτό του. Σοβαρό αλλά απλανές ύφος, και διάθεση να ζητάει μέχρι να ενδώσεις.
Και τα παιδιά αυτά τα καταφέρνουν: Μπορεί να μην πάρουν νόμισμα, η μπισκότο (ποιος κουβαλάει μπισκότα άλλωστε;) αλλά κάτι θα βρουν. Από εμένα σήμερα απόσπασαν ένα χαρτομάντιλο. Προφανώς αυτά που ζητάνε δεν τα χρειάζονται. Ούτε τα μπισκότα, ούτε τις τσίχλες, ούτε τα στυλό, ούτε τα νομίσματα ευρώ. Αυτά δεν τα αλλάζουν οι τράπεζες. Όμως το να ζητάω, είναι δωρεάν, και αν αποδίδει, είναι πολύ γλυκιά η αίσθηση. Το βλέπεις το μοντέλο πως πάει. 1-2 χρονάκια μετά, και τα ίδια παιδιά, θα σε κυνηγάνε να πάρουν τις 10ρουπίες που θα σε χρεώσουν μια φωτογραφία που αυτά σε έπρηξαν να τους πάρεις. Μίλησε κανείς για τον κινέζο με τους πελεκάνους;
Tiruvannamalai
Μετά από μια διαδρομή και μια διαμονή στο Chennai (στο ταξίδι αυτό ήταν κανόνας πως σε κάθε μέρος κάθομαι 3 μέρες) βρέθηκα στο Ramanasramam.
«Is your name Νίκος?»
Ο χιουμορίστας μοναχός που μας σερβίρει, απολαμβάνει να πετάει τις σάλτσες με φόρα στο πιάτο σου το οποίο είναι κατασκευασμένο (μιας χρήσεως) από ραμμένα φύλλα. Έτσι και το παντελόνι σου μετέχει του γλεντιού. Με την ίδια ευχαρίστηση σου βάζει μια σταγόνα νερό όταν του λες, «λίγο νερό παρακαλώ.» Ή «λίγη καυτερή σως». Φυσικά αφού κάνει το κομμάτι του, και περπατήσει και 5 βήματα προς τον επόμενο, επιστρέφει και σου συμπληρώνει.
Αύριο με περιμένει ένα ταξίδι προς ένα μέρος που δεν ξέρω πιο θα είναι. Μάλλον Chennai με βλέπω πάλι, θα δείξει. Μετά από εκεί, θα προσπαθήσω να φύγω το δυνατόν συντομότερο για Δελχί, ώστε να πάω και Rishikesh αν προλάβω.
Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2010
Bangalore
(Το ταξίδι συνεχίστηκε με επίσκεψη στο Mysore ενώ μετά απ' αυτό κατευθύνθηκα στο Bangalore που θεωρείται η Silicon Valley της Ινδίας. Τα σκατά στον δρόμο βρωμούσαν το ίδιο όμως.)
[...]Σήμερα φρόντισα να πάω στο Ναό του Sri Ramakrishna, ελπίζοντας σε μια σπέσιαλ τελετή, ειδικά αφού ήταν και η ημέρα των γενεθλίων του. Αφού παρακολούθησα μέχρι το τέλος την τελετουργία, τα τραγούδια και την διάλεξη -που δεν κατάλαβα λέξη-, έφυγα σε μια κατάσταση ελαφρώς εξώκοσμη και θα έλεγα ότι κάτι κέρδισα. Περπάτησα λίγο έξω, ανάμεσα στα μηχανάκια και τα τρίκυκλα που δεν σταμάτησαν ποτέ να τρέχουν στους παρανοϊκούς δρόμους της πόλης, μέχρι που το αδιάκοπο τρυπάνισμα από τις κόρνες, κατάφερε και έσπασε την πέτρα και με επανέφερε. Μπροστά μου, ήταν ένα McDonalds, οπότε και σκέφτηκα , «ποιός καλύτερος τρόπος να τελειώσεις μια γεμάτη θρησκευτική κατάνυξη βραδιά, από ένα BigMac;»
Κάθε φορά που παω να μπω σε ένα δυτικού στυλ εστιατόριο σκέφτομαι την Σταθούλα και με πιάνουν mini-ενοχες. (Εννοείτε, αν είχες έρθει, δεν θα έτρωγα εκείνη την πίτσα. Ούτε εκείνα τα FKC, ούτε εκείνα τα McDonalds σήμερα). Όμως δες τι θα είχαμε χάσει:ΜαχαΜάκ. Συγκεκριμένα, Μαχαμάκ Τσίκεν. Ως γνωστόν οι Ινδοί δεν τρώνε μοσχάρι. Από αυτούς οι μουσουλμάνοι (που είναι ένα μεγάλο ποσοστό) δεν τρώνε ούτε χοιρινό, οπότε περισσεύει μόνο ψάρι και κοτόπουλο για τα μενού των εστιατορίων. Έλα που από τους υπολειπόμενους οι μισοί είναι Vegs... Μαγαζιά όπως τα KFC και τα McDonalds, πρέπει να προσαρμοστούν για να επιβιώσουν. Δε μπαίνω στον κόπο να φανταστώ βέβαια τι θέση έχουν μαγαζιά όπως τα Friday’s.
Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2010
Grooooooooovy
Σήμερα υποτίθεται ότι θα έκανα επιτέλους επίσκεψη στα αρχαία, όμως για άλλη μια φορά προτίμησα το μυστήριο, του να είμαι εδώ που είμαι, και να μην έχω δει τίποτα. Μ’ αρέσει να αφήνω περιθώρια στη φαντασία. Η μέρα ξεκίνησε με ένα μεσημεριανό, ύστερα από το οποίο άραξα στο εστιατόριο -δίχως τύψεις που κάθομαι άπραγος- και κοιτούσα τις φτιαγμένες από ασημόχαρτο χρωματιστές σημαιούλες τις οποίες κουνούσε ο αέρας. Σύντομα διαπίστωσα πως με έχουν μαγέψει. Δουλεύουν σαν τα visualizer του winamp, με φόντο την ινδική μουσική που επέλεξε ο ιδιοκτήτης και για λίγα λεπτά χάθηκα σε ένα άλλο μέρος, ένα μαγικό μακρινό μέρος, στο οποίο απλά αράζεις χωρίς να σε νοιάζει αν θα κάνεις τίποτα, ή αν θα λερώσεις το παντελόνι σου (πόσο μάλλον τα παπούτσια σου). Και εκεί ήταν που άρχισα να αναρωτιέμαι: Έριξε τίποτα στο φαγητό μου ο μάγειρας; Και μόνο για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι όλα ήταν κούλ, ζήτησα τον λογαριασμό και έφυγα. Το μέρος φυσικά ήταν η Ινδία, στην οποία ομολογουμένως, δεν έχω πάει ακόμα. Ακόμα είμαι στην Φωτούπολη.
Πριν φύγω όμως, πρόλαβαν στο μυαλό μου να δημιουργηθούν κάποιες σκέψεις τις οποίες θα ήθελα να μοιραστώ:
«Λες για αυτό να υπάρχουν αυτές οι κιτς σημαιούλες; Λες πραγματικά να την ακούει έτσι ο κόσμος όταν τα βλέπει, όπως την άκουσα και εγώ; Λες τελικά να ήμουν μόνο εγώ που δεν μπορούσα ως τώρα να δω την ομορφιά σε αυτά τα τόσο πρωτόγονα εφέ; Για να ονομάζονται πρωτόγονα όμως, λογικά ο κόσμος τα θεωρεί ξεπερασμένα. Τότε λες να υπάρχει μια τάξη ανθρώπων, που ακόμα την ακούει με αυτά τα «κλασσικά» εφέ; Ξαφνικά, ένιωθα να ανήκω σε μια special κάστα, αυτή των «την ακούω με τις γιρλάντες»! Γιούπι!!! Αυτό που εκκρεμεί είναι να δω αν υπάρχουν και άλλα πράγματα που μπορεί να σε κάνει να απολαμβάνεις αυτή η νέα διευρυμένη συνείδηση. Ίσως κλακέτες; Σερπαντίνες; Πράσινα φώτα μεσ’ τις γλάστρες; Πούλιες; Δισκόμπαλες; Μίνι Σιντριβανάκια; Μπαλόνια;Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010
Hampi I

Δύσκολη μέρα η Δεύτερη. Ξύπνησα, και μετά από λίγα λεπτά στο κρεβάτι, αποφάσισα να μην παραδώσω το δωμάτιο, και συνεπώς, να μην ψάξω καλύτερο «ξενοδοχείο». Στην πράξη αυτό είχε αποφασιστεί το προηγούμενο βράδυ όταν έβαλα το ξυπνητήρι να χτυπήσει 8:50 όταν η ώρα παράδοσης ήταν 9:00. Με την σειρά του, αυτό το είχε αποφασίσει η βαρεμάρα μου να ψάχνομαι, για το που θα πάω, η οποία υπερίσχυσε της επιθυμίας μου να βρω κάτι καλύτερο.
Η πόλη είναι ενδιαφέρουσα, πιο ενδιαφέρουσα απ’ ότι περίμενα το προηγούμενο βράδυ. Ωραία βλάστηση και πέτρινοι σχηματισμοί, και όταν τελικά άνοιξα την πόρτα για να πάω να φάω πρωινό, αντιμέτωπος με το τοπίο, τους τεράστιους ναούς, τους πιθήκους που είναι παντού σε συνδυασμό με ένα μπολ Κορν Φλέϊκς, η διάθεση μου έφτιαξε.Όταν το δεύτερο αυτό βράδυ έφτασα στο «ενοικιαζόμενο» μου έγινε διακοπή ρεύματος. Την προηγούμενη μέρα είχε γίνει όταν έκανα μπάνιο, και βγήκα ψάχνοντας την πετσέτα ώστε να τους ζητήσω να μου δώσουν κεράκι. Απ’ ότι έμαθα, σε κάποια blocks του χωριού (έπεσα ο βλάκας σε ένα από αυτά) σβήνουν το ρεύμα για καμία ώρα κάθε βράδυ για εξοικονόμηση ενέργειας. Μη θέλοντας να μείνω στο σκοτάδι χωρίς να μπορώ να κάνω πάλι τίποτα αυτή την φορά , επέλεξα να βγω έξω - τουλάχιστον να περπατήσω. Μετά από λίγα βήματα, στα δίχως φωτισμό σοκάκια, θυμήθηκα ότι πρέπει να βγάλω τον φακό από την τσέπη, για να μην…
Υπάρχει ένα ρητό που λέει «όποιος την νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί». Εγώ πάτησα το δεύτερο σε έκδοση αγελάδας, μιας και ως γνωστόν οι αγελάδες σε αυτούς τους δρόμους είναι σαν τον μύθο ένα πράγμα. Παντού υπάρχει μια. Τελικά σήμερα διαπίστωσα ότι πρέπει να βιαστώ να συνεχίσω το ταξίδι μου. Κρίμα, και πάνω που είχα αποφασίσει να κάτσω 3-4 μέρες ακόμα εδώ…Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010
Veg or non-Veg? Ταξίδι προς το Hampi II
Όπως μου είπε και ένας ηλικιωμένος «We think non-vegs as criminal minds». Και δεν είναι; Αν το σκεφτεί κανείς λίγο, με λίγη δόση βιολογίας, φιλοσοφίας και αυτοκριτικής, θα διαπιστώσει, ότι το να κλέβεις «την ζωή» και την «συσσωρευμένη προσπάθεια» του άλλου, είναι πλεονεξία, κλοπή άρα και έγκλημα. Δεν είναι κάτι που σου δόθηκε, όπως ό ήλιος, αλλά κάτι που από την υπέρμετρη σου επιθυμία να αύξησης την κυριαρχία που έχεις πάνω στα στοιχεία που ονομάζονται σώμα, φτάνεις στο σημείο να καταπατήσεις την επιθυμία κάποιου τρίτου, να του τερματίσεις την πορεία -εκτός και αν πιστεύεις στην μετεμψύχωση- και να του κλέψεις όλο τον θησαυρό που με τον ιδρώτα του έχτισε (την μπάκα δηλαδή).
Με την λογική αυτή όμως, δεν θα έπρεπε να τρώει κανείς ούτε φυτά, γιατί, και αυτά συσσωρεύουν ύλη/ενέργεια πάνω τους. Τότε τι μένει να τρώει κανείς; Ακόμα και ο αέρας, που αναπνέει κανείς είναι κλοπή των στοιχείων και καταπάτηση του δικαιώματος τους να είναι αυτό που κατέκτησαν, με άλλα λόγια, εξανάγκασες το οξυγόνο να γίνει διοξείδιο του άνθρακα, κάτι το οποίο δεν ήθελε. Η μήπως ήθελε; Φυσικά το πρόβλημα περιπλέκεται και ο καθένας δίνει την απάντηση του με το να ορίζει ως όριο κάτι το διαφορετικό. Ο Παρασκευάς τα τρώει όλα. Ο Ρόμπι δεν τρώει ανθρωπόμορφα πλάσματα, ο Arthur Dent δυσκολεύεται να φάει κάτι που μιλάει. Για άλλον αρκεί το θύμα να έχει αντίληψη φόβου ή σχηματισμένο νευρικό σύστημα. Κάποιοι δεν τρώνε ούτε ραπανάκια, άλλοι τρώνε μόνο φρούτα, τα οποία «είναι φτιαγμένα για να φαγωθούν και να προωθήσουν την αναπαραγωγή του δέντρο, άσε που όταν τα τρως το δέντρο δεν πεθαίνει» (πού να χαν δει την φρουτοπία, θα τους είχε μαραζώσει ο οισοφάγος από την φρίκη). Στον βουδισμό υπάρχει ένα διακριτό σημείο της εξέλιξης του σώματος/αυγού πέρα από το οποίο το πνεύμα κατέρχεται και μπαίνει μέσα, οπότε από την στιγμή αυτή και μετά είναι θεωρείτε ότι είναι ζωντανό. Μέχρι τότε, είναι κούφιο. Ευτυχώς όμως εμείς τα τρώμε όλα και μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως και μας θα μας φάνε τα σκουλήκια οπότε και τίποτα δεν κλέψαμε. Δανεισμός ονομάζεται.
Τελικά ούτε η μηχανή τους έσβησε, ούτε λάστιχο έσκασε όπως στον ταξιτζή που με πήγαινε να πάρω το τραίνο (το οποίο και είχα χάσει πριν μια μέρα), ούτε τίποτα, παρά μόνο έφτασα στην περιοχή που πήγαινα, και η οποία θύμιζε ένα κακέκτυπο του φαληρακίου. Τελικά στο ξενοδοχείο που στόχευα αρχικά δεν είχε δωμάτια, και μετά από λίγο μέσα σε ένα στενάκι, βρήκαμε ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Πλήρωσα, πήρε τα λεφτά του το παιδί, κανόνισε σε γλώσσα που δεν καταλαβαίνω τα της προμήθειας του (αυτό έλειπε), και παρέλαβε και μια business card του διαμερίσματούχου, με τον οποίο προφανώς δεν είχε ξανασυνεργαστεί. Σε δεύτερη σκέψη, μάλλον ήταν πρωτάρης, και στην τελική στην χειραψία πάνω, φάνηκε και καλό παιδί. Τις επόμενες μέρες συνειδητοποίησα, ότι και αυτός μου την έφερε: Η διαδρομή δεν ήταν πάνω από 60 ρουπίες και είμαι σίγουρος ότι η προμήθεια ήταν αρκετά. Φυσικά αυτό είχε γίνει συνήθεια πια στην Ινδία, να μου την φέρνουν that is.
Ταξίδι προς το Hampi
Ξεχνάω κάθε φορά πόσο απίστευτα βολικό είναι αυτό το πληκτρολόγιο. Δεν πάει να είναι το PDA αργό και περιορισμένων δυνατοτήτων: Και μόνο το γεγονός ότι μπορείς να γράψεις το ημερολόγιο σου, μετράει απίστευτα πολύ.
Αυτή την στιγμή, για άλλη μια φορά είμαι σε ένα σταθμό τραίνου. Hubli, αποδεδειγμένα, το πουθενά, μια πόλη (αν υπάρχει και τίποτα κρυμμένο πίσω από τον σταθμό) που απλά θα εξυπηρετήσει σαν άλλη μια στάση, προς το… κάπου. Πριν επιβιβαστώ, φρόντισα τελικά και έβγαλα ένα εισιτήριο για το Hospet με προορισμό το Χάμπι (Hampi) που απ’ ότι κατάλαβα, διαθέτει κάποια αξιοθέατα.
Ο πανικός ο χθεσινός (έχασα το τραίνο για το Aurangabad εξαιτίας του ταξιτζή και δεν άντεχα να ξαναγυρίσω στο Hostel όποτε έκλεισα ένα εισιτήριο για όπου να ναι), αντικαταστάθηκε από μια ανακούφιση όταν καθώς πήγαινα να επιβιβαστώ στο τραίνο, γνώρισα ένα παιδί του οποίου η πρώτη ερώτηση ήταν «ποίες είναι οι επιδόσεις σας στο σέξ;»
Από τις πρώτες κιόλας κουβέντες έμαθα ότι το πέος ενός χαρισματικού Ινδού, είναι 5 ίντσες (φυσικά αυτό κατρακυλάει τον μέσο Ινδό στην ομάδα «ένωσης του Λαγού»). Κι’ όμως σε αντίθεση με τον διαβόητο «Peter» της κίνας, του οποίου οι ερωτήσεις ήταν παρόμοιας φύσεως, η εντύπωση για το παιδί αυτό ήταν άκρως θετική. Η κουβέντα πάνω στο αντικείμενο, εξαντλήθηκε γρήγορα, και σύντομα πήγαμε σε άλλα θέματα από αυτά που συνήθως συζητάς στην αρχή. Στην ηλικία μου, οι περισσότεροι Ινδοί, έχουν παντρευτεί. Όπως λέει και ο ίδιος, αν μέχρι τα 27-28 δεν έχεις παντρευτεί, ήδη θεωρείσαι σκάρτος, και δεν πρόκειται να σε πλησιάσει καμία. Άουτς.
Τις ώρες εκείνες, έμαθα πάρα πολλά πράγματα για τους Ινδούς, την νεολαία, κάτι το οποίο βοηθούσε και η κοινή γλώσσα. Αγγλικά. Σε αυτή την μεριά του κόσμου, έχει πιάσει για τα καλά ο σπόρος. Πολλοί μιλάνε αγγλικά μεταξύ τους, ενώ την διάλεκτο τους, μόνο με τους λίγους «συντοπίτες».
Ανάμεσα στα άλλα, και από τις κουβέντες και με άλλους, ήξερα πως σχεδόν οι μισοί Ινδοί, όχι μόνο δεν τρώνε το μοσχάρι που όλοι ξέρουμε, αλλά δεν τρώνε καθόλου κρέας .
Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010
Βομβάη ΙΙ
Μια σύντομη ημέρα. Αφού ξύπνησα στις 12 το μεσημέρι, «παρασίτησα» σε ένα άλλο παιδί και στην συνέχεια κατεβήκαμε κέντρο. Το ως τώρα ταξίδι μου στην Βομβάη, ήταν απολύτως μη-τουριστικό, αφού δεν είδα τίποτα. Και σήμερα και χθες, τα μόνα «αξιοθέατα» που επισκέφθηκα ήταν το ταχυδρομείο, και ο σταθμός του τραίνου - και τα δυο μάλιστα, πολλαπλές φορές, κάνοντας με να απορώ για το τι πραγματικά υποδηλώνει αυτό. Μήπως θέλει να μου πει κανείς κάτι;
Το ινδικό φαγητό παραμένει οικείο, αν και το να τρώω με τα χέρια είναι σίγουρα μια πολύ διαφορετική εμπειρία. Αν μη τι άλλο πρέπει να το πω στον νουνό.
Στις μέχρι τώρα κοινωνικοανθρωπολογικές παρατηρήσεις, φαίνεται ότι για μερικούς είναι ένδειξη καλών τρόπων, τρώγοντας να λερώνεις μέχρι τις δεύτερες φάλαγγες των δαχτύλων, ενώ για άλλους πρέπει όλη η παλάμη σου να γεμίσει σάλτσες.
Η κουζίνα θυμίζει πιο πολύ Κορεατικό, απ’ ότι Ταϊλανδέζικο (όχι ότι θυμίζει το πρώτο). Παραξένως(;), το πιο κοντινό νομίζω είναι το αιθιοπικό φαγητό, τουλάχιστον στην χρήση του ψωμιού, και στην υπέρμετρη δόση του καυτερού.
Άλλες κοινωνιολογικές παρατηρήσεις: Το αριστερό χέρι είναι για να σκουπίζεις τον κώλο σου, οπότε και ποτέ δεν το χρησιμοποιείς για να φάς, να δώσεις κάτι σε κάποιον άλλο ή οτιδήποτε τέτοιο, μιας και πιο πολύ θα σημαίνει «παρ’ τα αρχ..ια μου» παρά «παρ’ τα ρέστα σου»
Απίστευτη φασαρία πάντως. Λίγο να κάτσεις εδώ, σε κουράζει ο κόσμος. Ώρες ώρες δεν μπορώ να σκεφτώ πως θα είναι η άλλη όχθη της πόλης, αυτή που δεν έχω δει. Όχι αυτή της φτώχειας και της βρωμάς, αλλά εκείνη της καλοπέρασης, των ουρανοξυστών και της χλιδής. Δεν ξέρω, ίσως αυτή έβλεπα τόση ώρα και δεν το πήρα είδηση. Πάντως, είναι απίστευτα φτηνά. Το ταξί κάνει διαδρομές με 0,5euro, τρώω γεύμα με 1,2euro και αγοράζεις tabacco με 15λεπτά. Φυσικά όταν ταξιδεύεις μόνος, σου κοστίζει όσο θα κόστιζε σε 2-3 άτομα μαζί, αλλά τι να κάνεις;
Αύριο φεύγω για το Aurangabad με πρόθεση να επισκεφθώ τις Ellora Caves, και μετά επιστρέφω για να συνεχίσω από την Βομβάη προς τον νότο. Ίσως να έχω και άλλη μια ευκαιρία να την δω λίγα πράγματα ακόμα λοιπόν.
Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2010
Η Αγελάδα, ο μορφασμός και η Ινδική Ιατρική
Ένα άλλο πράγμα που δεν έχω αποκωδικοποιήσει τελείως είναι, τι είναι αυτή η έκφραση σαν θλιμμένη αγελάδα που παίρνουν οι Ινδοί ενώ ταυτόχρονα κουνούν το κεφάλι αριστερά και δεξιά όπως τα σκυλάκια που αγόρασες από τους κινέζους και έχεις στήσει στο παρμπρίζ του Matiz σου; Το αριστερά δεξιά, σημαίνει «ναι». Είναι όπως το δικό μας, μπρός-πίσω, κάτι το οποίο στην Ινδία επίσης χρησιμοποιείται. Η Αγιουβέρδα (Ινδικό σύστημα ιατρικής και μακροζωίας), νωρίς φρόντισε -για την αποφυγή του αυχενικού συνδρόμου- και θέσπισε και τις δυο κινήσεις, η εναλλάξ χρήση των οποίων εγγυάται γερατειά χωρίς μουδιασμένα άνω άκρα.
L Ο μορφασμός όμως; Μέχρι χθες ήμουν σίγουρος ότι σήμαινε απογοήτευση, όπως ακριβώς και στην δική μας μεριά. Το τελευταίο παιδάκι όταν μου ζήτησε ένα 10ευρώ και του είπα ότι δεν μου περισσεύουν τόσα λεφτά, έτσι ακριβώς αντέδρασε. Κουνούσε το κεφάλι στον «Ναι, καταλαβαίνω, όμως με στεναχώρησες» ρυθμό.
Απ’ την άλλη, ίσως απλά να είναι μιμητισμός. «Γιατί είναι θλιμμένη η αγελάδα; Γιατί έχει άνδρα βόδι». Οι Ινδοί που έχουν και τα δυο, plus τα σκατά τους να γομώνουνε τις σόλες των παντοφλών τους, έχουν παραπάνω λόγους για να είναι θλιμμένοι-Δεν νομίζεις;(θα με συγχωρήσετε για την ωμή χρήση της λέξης «σκατά», αλλά μετά από το ταξίδι στην Ινδία, η λέξη, αποκτάει άλλη γεύση και υφή στο στόμα)
Η Κόρνα, η διαγράμμιση και η άλλη: η «έξυπνη» διαγράμμιση
Κάτι που μου έχει μείνει για την Ινδία, είναι η χρήση της κόρνας. Σε αντίθεση με μέρη όπως η Κίνα, ή η Ελλάδα όπου η κόρνα χρησιμοποιείται, αλλά θεωρείται κακή συνήθεια, στην Ινδία, όλα τα οχήματα από πίσω γράφουν «Please OK Horn» που στα δικά μας αγγλικά σημαίνει «Please, use the horn» Παρακαλώ να χρησιμοποιείτε την κόρνα. Και έτσι και κάνουν. Και δεν είναι μόνο αυτό. Έχουν ειδική διαγράμμιση στους δρόμους (εκτός από αόρατες δυνάμεις και αόρατα υφάσματα, στην Ινδία έχουν και αόρατες μπογιές): Σε ποιο άλλο μέρος του κόσμου, καθώς οδηγείς, αυτοκίνητα από την αντίθετη κατεύθυνση σφυρίζουν, τόσο απ’ τα αριστερά σου όσο και απ’ τα δεξιά σου;
Τώρα που αναφέρθηκα στην οδήγηση και την διαγράμμιση, να πω πως οι Ινδοί είναι ένας ιδιαίτερος λαός. Η Ινδία είναι η χώρα με το πιο εκτενές και καλο-οργανωμένο σιδηροδρομικό δίκτυο, με μακρόχρονη λειτουργία και ένα σώμα από εμπειρογνώμονες το οποίο στα μάτια του μέσου ινδού έχει Immortal-like status. Τις περισσότερες φορές, πάνω στην κουβέντα με ντόπιους κατά την διάρκεια των διαδρομών του ταξιδιού αυτού, θα γινόταν αναφορά στο θέμα. Ο Ινδικός σιδηρόδρομος, είναι θέμα εθνικής υπερηφάνειας βλέπετε. Καλό είναι φυσικά να μην σκέφτεσαι πόσα τραίνα συγκρούονται στην Ινδία: Δεν βοηθάει ούτε να σπάσει ο πάγος, ούτε την ψυχική σου γαλήνη φυσικά.
Είναι τόσο μεγάλη η υπερηφάνεια για τον Ινδικό σιδηρόδρομο, που οι περισσότεροι Ινδοί, είναι χομπίστες μηχανοδηγοί: Το βλέπεις και από το πώς οδηγούν: Φροντίζουν το αυτοκίνητο να είναι πάντα μα πάντα, πάνω στην ζωγραφιστή γραμμή που –κατ’ άλλους- διαχωρίζει λωρίδες. Σου δίνει την αίσθηση ότι οδηγείς τραίνο, λένε. Dunno.
Βομβάη
Πρώτη μέρα στην Ινδία. Βομβάη. Ξυπνάω και αφού κάθομαι αρκετή ώρα να προσπαθώ να βρω τρόπο να αρχίσω την ημέρα μου, αποφασίζω να πάω να κάνω ένα ντους. Τελικά υπήρχε βρύση ντουζιέρας, κάτι που ήταν λίγο καλύτερο από το αναμενόμενο κουβαδάκι για το μπάνιο. (Φυσικά αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδα βρύση στο ταξίδι). Αφού τελείωσα, βγήκα προς το κεντρικό δωμάτιο για ένα πρωινό. Η Ινδία φαίνεται υπέροχη μέσα από το παράθυρο. Η σκληρές σκιές της φοινικιάς που πέφτουν στον απέναντι τοίχο της εσωτερικής αυλής και τα φρεσκοπλυμένα εσώρουχα τουριστών που κρέμονται μπροστά της, σε προετοιμάζουν για μια μοναδική εμπειρία, που μπορείς να βιώσεις, αρκεί να κάνεις τον κόπο και να βγεις από την πόρτα. Φυσικά ο εσωτερικός guru ο οποίος σε έφερε ως την Ινδία, ξεκινάει τις οδηγίες του στυλ «what is there to be known?» «what is there to be experienced?» και σε προτρέπει να κάτσεις στο ξενοδοχείο και να παραδεχθείς πως «ήρθα Ινδία, δεν χρειάζεται να βγω έξω και να χαλάσω την καλή ως τώρα εντύπωση». Φυσικά εσύ δεν καταλαβαίνεις Hindi και το babel fish έχει πάει βόλτα μαζί με το μυαλό σου στην καραϊβική όπως λέει και ο στίχος
«I was swimmin' in the Caribbean/Animals were hiding behind the rocks/Except the little fish/But they told me, he swears/Tryin' to talk to me, coy koi»
Και να σαι με την δεξιά χερούκλα σου να κρατάς το πόμολο την πόρτας. Στο επόμενο STOP έχεις στρίψει το πόμολο όπως στραγγαλίζεις τα κοτόπουλα και η πόρτα έχει ανοίξει.
Άπειροι ζητιάνοι, άπειρος κόσμος, τρομερή φασαρία, αρκετή βρώμα από το καυσαέριο, και ένας κόσμος στον οποίο όλα είναι σε κατάσταση αποσύνθεσης. Προϊστορικά αυτοκίνητα, κτήρια που δεν τα έχει συντηρήσει κανείς και 500 είδη ανθρώπων να περπατάνε πάνω-κάτω στους δρόμους. Ο καιρός δεν ήταν κακός, και η υγρασία παλευόταν, όμως η ζέστη προς το απόγευμα άρχισε να κουράζει.
Το πρώτο σοκ©, ήταν το τραίνο για το κέντρο της πόλης. Αφού μάθαμε (εγώ, ο εσωτερικός guru και η παρέα που γνώρισα εκεί) ότι θέλουμε μια ώρα για κέντρο, κατεβήκαμε στις αποβάθρες όπου είχαμε και το πρώτο σοκ©. Ο κόσμος ξεχείλιζε από τα τρένα. Πόδια, χέρια και ολόκληροι άνθρωποι κρατιόντουσαν αδιάφορα από τα πλαίσια των ανύπαρκτων πορτών και σαν διπλωμένα φτερά του τρένου, πετούσαν παρέα.
Δεύτερη εικόνα να προσπαθώ να μπω. Έχουν μπει όλοι οι άλλοι, και εγώ έχω μείνει τελευταίος. Τελευταίος! Το τραίνο έχει γεμίσει του σκασμού, δεν χωρώ. Κάνω μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κρεμαστώ και γω απ’ έξω. δεν θυμάμαι αν ήταν στην φαντασία μου ή όχι. Το τραίνο άρχισε να κυλάει. Δεν θα μπορούσα να μείνω κρεμασμένος, σκέφτηκα να αφεθώ και να κατεβώ, όμως θυμήθηκα ότι θα έμενα πίσω. Όχι σκέφτηκα. Με μια σπρωξιά, βρέθηκα μέσα. λίγες ακόμα, και βρέθηκα βαθιά μακριά από την είσοδο.
Τρίτη εικόνα. Ασφαλής πλέον, καρφωμένος ανάμεσα στις 100αντάδες των ινδών που ταξιδεύουν μαζί μου στην δεύτερη θέση, παρακολουθώ τους ανεμιστήρες που γυρίζουν σαν τρελοί στην οροφή. Τους Ινδούς που δεν μυρίζουν όσο οι κινέζοι, και στο φόντο μια bolywoodιανή pop μουσική να παίζει από το κινητό στο χέρι ενός νεαρού Ινδού, ο οποίος ζει το born to be free του, κρεμασμένος εξώ από το τραίνο. Τα μαλλιά του ανεμίζουν στον άνεμο και το πρόσωπο του, προφανώς απολαμβάνει την δροσιά και το ανοιχτό πεδίο μπροστά του. Ο ίδιος σίγουρα ζει μια στιγμή αυτοϊκανοποίησης: Easy rider μαγκιά, Τζεϊμσμποντικό Κινητό και κινηματογραφική πόζα. Τουλάχιστον αν ήμουν εγώ, με αυτές τις σκέψεις θα βαυκαλιζόμουν. Μιας και όμως ήμουν μέσα και όχι έξω, ένα νομικό ζήτημα κατέλαβε την σκέψη μου για την υπόλοιπη διαδρομή: Αν είσαι απ’ έξω από το τραίνο και καπνίζεις ξεφυσώντας τον καπνό προς τα μέσα, είσαι παράνομος;
Μετά την σύντομη βόλτα κατέληξα στον σταθμό τραίνου να αγοράζω εισιτήριο για τον επόμενο σταθμό μου, τον οποίο επέλεξα μέσα στο 20’ που καθόμουν στην ουρά αναμονής του κισσέ κράτησης. Στην Ινδία τις επόμενες μέρες απέκτησα μια ευχέρεια σε τέτοια πράγματα. Για παράδειγμα: Μπαίνεις στο εστιατόριο. Παραγγέλνεις φαγητό. Περιμένεις. Περιμένεις αρκετά. Μόλις σου φέρουν το φαγητό, τους ζητάς και τον λογαριασμό και μέχρι να φας θα στον έχουν φέρει και αυτό.
Αφού πήρα «ένα» εισιτήριο, φάγαμε μεσημεριανό (Η ινδική κουζίνα για κάποιο ακατανόητο λόγο μου φαίνεται πάρα πολύ οικία, το ίδιο και η πόλη) και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. επιλέξαμε να μην επιστρέψουμε με το τραίνο στο ξενοδοχείο, μιας και μας είχε ταλαιπωρήσει, αλλά αντί αυτού να πάρουμε ένα ταξί. Αφού πήγαμε στην πιάτσα στον σταθμό, μας την έπεσε κλασσικά ένας κράχτης και αυτός μας πλάσαρε στον φίλο ταξιτζή του.
Το ταξί ένα τυπικό ταξί αντίκα, σε μια προσεχτική ματιά, έβγαζε καπνούς. Σε μια δεύτερη ματιά, συνειδητοποιείς πως μόνο οι τυφλοί θέλουν προσεχτική ματιά για να δουν τους καπνούς που δραπετεύανε από τις σχισμές της καμπίνας . Είχε τόσο πολύ καπνό η καμπίνα, που δεν ήξερες τι υπήρχε μέσα. Δράκος; Ο Όμπερον; Τα ΜΑΤ και 2000 κουκουλοφόροι; Φοβόμουν ότι θα ανατιναχτεί αλλά μας διαβεβαίωσε ο τύπος ότι μπορούμε να μπούμε, και μέσα πλέον διαπιστώσαμε πως όλοι οι καπνοί, προερχόντουσαν από... Στικάκια.
Οι Ινδοί είναι πολύ θρήσκοι άνθρωποι. Η μάλλον, να μην το πούμε θρήσκοι, γιατί και οι ίδιοι δεν το δέχονται, να το πούμε «πνευματικοί». Απ’ την άλλη δεν είναι πνευματικότητα το να λιβανίζεις για να κερδίσεις το λόττο, οπότε ούτε έτσι να μην το πούμε. Όπως και να έχει, ο Ινδός είναι κάπως. Στο αυτοκίνητο του μπορείς να δεις αυτοκόλλητα αγίων, τεράστια αυτοκόλλητα γράμματα με προσευχές σε γραμματοσειρές «Car Audio Systems» και το ΩΜ να σπονσοράρει νταλίκες δίπλα στο Μάλμπορο λογότυπο.
Αφού (ο ταξιτζής) μας πήγε πρώτα να δούμε το ξενοδοχείο του (σε μια ομολογουμένως τρομακτική περιοχή), Ξαναβουτήξαμε στην κίνηση για να μας πάει σπίτι. Μετά από δυο ώρες διαδρομή ήξερα πως οι οδηγοί και οι πεζοί, πραγματικά δεν φοβούνται τίποτα, τα ζούνε όλα στο όριο, ενώ η κόρνα χρησιμοποιείται πιο συχνά απ’ ότι το φρένο. Η Βομβάη έχει τρελό καυσαέριο, φασαρία και κόσμο. Μετά από λίγο δεν ήθελα τίποτα άλλο από το να πάω κάπου και να κλείσω τα αυτιά μου.
Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010
My Name is Khan
Για τους υπόλοιπους που δεν είδατε το Avatar σε 3D, είμαι ο τύπος του ξενερωμένου ταξιδιώτη. Περπατάω με κρεμασμένα μούτρα, τρώω με το αντισηπτικό στα χέρια και διαγράφω World Heritage Sites με το Bic στυλό που μου έδωσε ένας Ινδός όταν είδε ότι δεν έχω στυλό. Τώρα περιμένει να του στείλω κάτι και εγώ από την Ελλάδα («Περιμένω το δώρο σου. Μια Ελβετίδα μου υποσχέθηκε ένα πολύ ωραίο και ακριβό δώρο»).
Έπρεπε να του είχα δώσει τα Zewasoft που κουβαλούσα.
Όπως είπε και ένα Ινδάκι που πετύχαμε στον δρόμο, «don’t go that way. There is nothing worth seeing. It’s all damaged.»
Τελείως ανεξήγητα, αυτό που έρχεται στο μυαλό μου είναι το παραμύθι με τα αόρατα ρούχα του βασιλιά. Μάλλον και ο πατέρας του παιδιού κάτι είδε από την γύμνια, γιατί ντροπιασμένος το άρπαξε από το χέρι και απομακρύνθηκαν γοργά.
Θα σας μιλήσω για την άλλη Ινδία εγώ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)




.jpg)
.jpg)
.jpg)


